Δημοσιεύθηκε στην Απόψεις,Αναδημοσίευση

Οι νέες τεχνολογίες στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση


του Παναγιώτη Μουρούζη

Η δική μου γενιά, δηλαδή η γενιά των γεννημένων τη δεκατία του ’50, με άλλα λόγια οι εκπαιδευτικοί που σήμερα σιγά-σιγά αποσυρόμαστε από την εκπαίδευση, ήταν η πρώτη γενιά που βίωσε την επανάσταση της τηλεόρασης στην εφηβική της ηλικίας. Ήταν η τελευταία γενιά που πρόλαβε να περάσει τα παιδικά της χρόνια παίζοντας στις αλάνες και όχι χαζεύοντας μπροστά στην τηλεόραση. Η τηλεόραση άλλαξε οριστικά και αμετάκλητα τη ζωή μας, αφού μπορεί πλέον και μας χειραγωγεί σε όλα τα θέματα της καθημερινότητάς επιβάλλοντας εν τέλει το τι θα φάμε, πώς θα ντυθούμε, πώς θα διασκεδάσουμε, τι θα ψηφίσουμε και πολλά άλλα. Την  τεράστια ισχύ αυτού του μέσου την έχουν αντιληφθεί οι πολιτικοί μας, γι’ αυτό και προσπαθούν να εμφανιστούν στο γυαλί όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, αφού αυτός τελικά και όχι το έργο τους ή τα προσόντα τους θα καθορίσει την εκλογή ή την επανεκλογή τους. Αυτό, όμως, το πανίσχυρο μέσο, χρησιμοποιήθηκε ανάλογα και στην εκπαιδευτική πράξη;

Έγιναν πολλές προσπάθειες και δαπανήθηκαν τεράστια ποσά. Δημιουργήθηκε η εκπαιδευτική τηλεόραση με πλήθος πολυδάπανων ελληνικών εκπαιδευτικών παραγωγών, αλλά και με προβολή ακριβών ξένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων.  Όλα σχεδόν τα σχολεία είχαν προμηθευτεί τηλεόραση, βίντεο καθώς και πλήθος από εκπαιδευτικές βιντεοκασέτες. Η προβολή, όμως, των εκπομπών της εκπαιδευτικής τηλεόρασης γινόταν σε εντελώς ακατάλληλες ώρες με στόχο κυρίως να καλυφθούν κενά του τηλεοπτικού  προγράμματος και όχι με γνώμονα την κάλυψη εκπαιδευτικών αναγκών. Τα σχολεία λόγω έλλειψης οργάνωσης, καθοδήγησης, ελέγχου –αλλά μερικές φορές και των απαραίτητων μέσων, χρησιμοποίησαν ελάχιστα τη δύναμη της τηλεόρασης στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η χρήση γινόταν πάντα αποσπασματικά και ανοργάνωτα από κάποιους φιλότιμους εκπαιδευτικούς. Η μεγαλύτερη χρήση της τηλεόρασης στα σχολεία έγινε αναμφισβήτητα στη χρυσή περίοδο του χρηματιστηρίου για την άμεση πληροφόρηση της αξίας των μετοχών.

Η δεύτερη τεχνολογική επανάσταση στα σχολεία έγινε το 2008 με τη χορήγηση φορητού υπολογιστή σε όλους τους μαθητές της Α΄ Γυμνασίου. Οι χορηγήσεις αυτές ήταν μία μεγάλη οικονομική ενίσχυση προς τις εταιρείες προμηθειών, αφού ο κάθε φορητός υπολογιστής στοίχισε για το ελληνικό δημόσιο 400€, τη στιγμή που η τιμή του στην αγορά ήταν 300€! Για την εκπαίδευση το κέρδος ήταν ελάχιστο ή μηδενικό. Κι αυτό γιατί η προμήθεια αυτή έγινε πάλι χωρίς κανένα απολύτως σχεδιασμό για το πώς αυτό το εργαλείο θα χρησιμοποιηθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία. Στα περισσότερα σχολεία δεν υπήρχε –και δεν υπάρχει ακόμα– ασύρματο διαδίκτυο κι αυτό πολλές φορές οφείλεται στην αντίδραση του συλλόγου να τοποθετηθεί ασύρματο ρούτερ με το φόβο για την αρνητική του επίδραση στην υγεία των μαθητών! Οι φορητοί υπολογιστές τις επόμενες χρονιές χρησιμοποιήθηκαν από τους μαθητές ως παιχνιδομηχανές και όχι για τους σκοπούς για τους οποίους αυτή χορηγήθηκαν.

Η τρίτη τεχνολογική επανάσταση έγινε τη σχολική χρονιά 2010-11 με τη χορήγηση διαδραστικών πινάκων σε όλα τα Γυμνάσια της χώρας σε τέτοιο αριθμό όσα και τα τμήματα Β΄ Γυμνασίου που λειτουργούσαν στο κάθε σχολείο. Ένα τεράστιο έξοδο για το δημόσιο με μηδενικό εκπαιδευτικό κέρδος. Γιατί; Διότι για μία ακόμη φορά η προμήθεια δεν έγινε με στόχο το εκπαιδευτικό κέρδος, αλλά το επιχειρηματικό. Αν γινόταν με στόχο το εκπαιδευτικό κέρδος θα έπρεπε να συνοδεύεται με επιμόρφωση των καθηγητών, με προσαρμογή του αναλυτικού προγράμματος σπουδών, με παραγωγή του αντίστοιχου εκπαιδευτικού υλικού και, τέλος, με ανατροφοδότηση, ώστε να υπάρχει μία σοβαρή εκτίμηση αυτής της πολυδάπανης επένδυσης. Σήμερα, μετά από 8 περίπου χρόνια, ελάχιστοι διαδραστικοί πίνακες είναι σε λειτουργία στα σχολεία μας.

Η σημερινή γενιά των μαθητών μας είναι η γενιά του κινητού, αφού είναι η πρώτη γενιά που γνώρισε από την παιδική της ηλικία αυτή την τεχνολογική επανάσταση. Το smart-phone είναι ένας μικρός ηλεκτρονικός υπολογιστής εφοδιασμένος με αρκετούς αισθητήρες, όπως αισθητήρες ήχου, φωτός, μαγνητικού πεδίου, επιτάχυνσης κ.λπ. Βρίσκεται, επίσης, στα χέρια της συντριπτικής πλειονότητας των μαθητών. Άρα, θα μπορούσε να αποτελεί το κύριο εργαλείο και για την εκπαίδευση. Αντ’ αυτού η τελευταία υπουργική απόφαση απαγορεύει την κατοχή του από τη μεριά των μαθητών. Μία σωστή απόφαση, αν λάβουμε υπόψη ποια ήταν η χρήση του μέχρι τώρα, αλλά και μία απόφαση που αναδεικνύει περίτρανα την αδυναμία του εκπαιδευτικού μας συστήματος να ενσωματώνει τις νέες τεχνολογίες. Κι αυτό γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα αδυνατεί να λειτουργεί με οργάνωση και προγραμματισμό και να επιβάλλει κανόνες. Έτσι, είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης που οι Πανελλαδικές Εξετάσεις γίνονται χωρίς τη χρήση circulators (κομπιουτεράκια) από το φόβο υποκλοπών. (Σήμερα το κόστος ενός circulator είναι περίπου 1-2€. Άρα, θα μπορούσε κατά τη διάρκεια των εξετάσεων να προμηθεύει το σχολείο τους υποψηφίους με κομπιουτεράκια)

   Το 2000-2004 μαζί με τα ολυμπιακά έργα δημιουργήθηκαν μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων (ΕΣΠΑ) 1100 σύγχρονα Εργαστήρια Φυσικών Επιστημών σε ισάριθμα Λύκεια της χώρας. Ο εξοπλισμός των εργαστηρίων περιλάμβανε πλήθος οργάνων και συσκευών, όπως φασματοσκόπια, παλμογράφους, γεννήτριες, συστήματα ψηφιακής λήψης και απεικόνισης και πολλά άλλα. Πάλι λόγω έλλειψης συντονισμένης και διαρκούς υποστήριξης, ελέγχου, κινήτρων, επιμορφώσεων, αλλαγής αναλυτικών προγραμμάτων, αλλά και αντιλήψεων, η προσφορά αυτών των υποδομών στην εκπαιδευτική διαδικασία παραμένει δυσανάλογη του κόστους της.

  Ο εξοπλισμός που δε θα πρέπει να λείπει από κανένα σχολείο είναι χωρίς αμφιβολία τα φωτοτυπικά μηχανήματα, οι βιντεοπροβολείς και οι φορητοί υπολογιστές. Έτσι, αν η πολιτεία επιδιώκει μία ουσιαστική παρέμβαση για την τεχνολογική αναβάθμιση των σχολείων θα πρέπει να εφοδιάσει όλα τα σχολεία της επικράτειας με τον παραπάνω εξοπλισμό, οποίος μάλιστα δεν μπορεί καν πια να χαρακτηριστεί ως «νέες τεχνολογίες». Με τη βοήθεια ενός βιντεοπροβολέα και ενός φορητού υπολογιστή, συσκευές που εύκολα μεταφέρονται από τάξη σε τάξη, μπορεί ο καθηγητής οποιασδήποτε ειδικότητας να προβάλει στην τάξη του ένα ολιγόλεπτο βίντεο σχετικό με το μάθημά του, ελκύοντας έτσι την προσοχή και το ενδιαφέρον των μαθητών του.

    Συμπερασματικά, είναι αλήθεια ότι για τον εξοπλισμό των σχολείων με προϊόντα τεχνολογίας έχουν κατά καιρούς δοθεί αρκετά χρήματα. Παρθήκαν όμως βιαστικές αποφάσεις που προβλήθηκαν με πηχυαίους τίτλους όπως «ένας υπολογιστής για κάθε μαθητή» με γνώμονα την πολιτική προβολή και την εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων χωρίς εκπαιδευτικές ευαισθησίες. Δυστυχώς το εκπαιδευτικό μας σύστημα δε διαθέτει ένα μακρόπνοο συντονισμένο προγραμματισμό που να προκύπτει από συνεργασία των κατάλληλων φορέων, με συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς στόχους. Ένα σύστημα που να συνοδεύεται με διαρκή έλεγχο, παροχή κινήτρων, υποστήριξη και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Όλα τα παραπάνω καλύπτονται από τον γενικότερο μανδύα της έλλειψης ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ξεκινώντας από τα στελέχη και φτάνοντας μέχρι και τον τελευταίο εκπαιδευτικό. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι πόροι που διατέθηκαν δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Η κατάσταση θα ανατραπεί μόνο όταν  οι κατάλληλοι άνθρωποι τοποθετηθούν στις κατάλληλες θέσεις κρινόμενοι με  αξιοκρατικά και όχι με κομματικά, συντεχνιακά ή άλλα άσχετα κριτήρια.

 

Μουρούζης Παναγιώτης

Φυσικός Ρ/Η