Δημοσιεύθηκε στην Απόψεις,Αναδημοσίευση,Κινητοποίηση

Συνδικαλιστική Γραφειοκρατία – Απεργία – Συνδικάτα


Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα (για λόγους οικονομίας) από το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Πέτρου Νομικού

Συνδικαλιστική Γραφειοκρατία – Απεργία – Συνδικάτα

Με αφορμή τις διχογνωμίες για τη γενι­κή απεργία της 30ης Μαΐου

Πέτρος Νομικός

… η περίπτωση της Απεργίας της 30ης Μαΐου

Είναι κοινή – παναριστερή! – εκτίμηση πως η λεγόμενη Κοινωνική Συμμαχία δεν απαντά σε κανένα πραγματικό αίτημα της εργατικής τάξης, αλλά αντίθετα προτάσσει και θεωρεί δεδομένα τα κεκτημένα της μεγάλης επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία που σηματοδότησε η εποχή των μνημονίων. Εκφράζει επίσης και συ­ντάσσεται με την αγανάκτηση των παλιών και νέων μικροαστικών στρωμάτων τα οποία απογοητευμένα από την αναποτελεσματικότητα της εργατικής αντίστασης, που ξέμεινε από πολιτικά καύσιμα κάπου στα 2011-2012, παύουν να κοιτάζουν – αν ποτέ κοίταξαν στα σοβαρά – προς τη μεριά του προλεταριάτου και αρχίζουν να στρέφο­νται αποκλειστικά προς το κεφάλαιο γυρεύοντας, ή μάλλον εκλιπαρώντας, να εντάξουν τα συμφέροντά τους στους σχεδιασμούς του.

Αλλά πριν από όλα η «κοινωνική συμμαχία», τουλάχιστον σε ότι αφορά αυτές τού­τες τις πλειοψηφίες των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, είναι απότοκο του αδιεξόδου μιας συνδι­καλιστικής γραφειοκρατίας, η οποία από τη μια δεν μπορεί να επιβιώσει αν αποκοπεί τελείως από την εργατική τάξη κι από την άλλη, πρέπει να αποδείξει στην μπουρ­ζουαζία τη χρησιμότητά της στην πειθάρχηση αυτής της εργατικής τάξης.
Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία που διαλαλεί σε όλους τους τόνους ότι οι γενικές απεργίες είναι πλέον αδόκιμη μορφή διεκδίκησης, κηρύσσει ξαφνικά γενική απεργία! Μα ενάντια σε ποιον στρέφεται αυτή η γενική απεργία; Δεν πρόκειται για ημέρα αρ­γίας και πολιτική εκδήλωση κάποιου φασιστικού καθεστώτος και των κορπορατικών επαγγελματικών ενώσεών του! Απεργία γενική είναι, μιλάμε δηλαδή για συνδικάτα ως στοιχειώδεις εργατικές ενώσεις με την όποια ηγεσία τουςΜια γενική απεργία λοιπόν, ακόμα κι αν γίνεται για λόγους φθινοπωρινής μελαγχολίας, είναι πάντα μια γενική απεργία των εργατών που δουλεύουν, ή καλύτερα που παύουν να δουλεύουν, στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις και δεν είναι καθόλου μια κινητοποίηση «πολιτών» που σε κάποιου είδους υπερσελήνιο πολιτικό πεδίο απευθύνονται σε ένα ουδέτερο κράτος. Μια γενική εργατική απεργία, αν μιλάμε για τον υποσελήνιο χώρο, στρέφε­ται αντικειμενικά ενάντια στο κεφάλαιο. Αν είσαι καπιταλιστής, δεν εξουδετερώνεις πολιτικά τους προλεταρίους προγυμνάζοντάς τους για απεργιακή επίθεση εναντίον σου! Κι αν η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ήταν απλώς τσιράκια σου που πήραν τέτοια πρωτοβουλία, θα τους είχες καρπαζώσει δεόντως προτού πάρει το πράγμα διαστάσεις. Επομένως ποιο νόημα θα είχε για την συνδικαλιστική γραφειοκρατία να κηρύξει γενική απεργία τη στιγμή ακριβώς που προσπαθεί να πουλήσει τις υπηρεσίες της στο κεφάλαιο; Κατά ποια λογική, κατεβάζοντας τον κόσμο στο δρόμο, θα την έβλεπε ως πειστικότερο σύμμαχο το κεφάλαιο;
Αν είναι πάντοτε χρήσιμο να μιλάμε συγκεκριμένα, αν πράγματι η αλήθεια δεν μπορεί παρά να είναι συγκεκριμένη, τότε δεν πρέπει να μας διαφύγει το γεγονός ότι η απεργία αυτή κηρύσσεται στο έδαφος της υποχώρησης του εργατικού κινήματος και έπεται μιας σειράς απεργιών, σε κατά παράδοση πυκνούς μάλιστα συνδικαλιστι­κά κλάδους, που είχαν οικτρά ποσοστά συμμετοχής˙ ότι διαδέχεται απεργίες ρεφενέ στο δημόσιο, του είδους βάλε μια τρίωρη στάση εσύ και μία εγώ, να γίνει απεργία. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία λοιπόν κηρύσσει μια απεργία κατά τον ίδιο τρόπο που ο Τσίπρας προκήρυξε το δημοψήφισμα του 2015: εκείνος για να το χάσει, τούτη δω για να αποτύχει. Και πρέπει να της αναγνωρίσουμε ότι, εν αντιθέσει προς τον Τσίπρα, έχει πολύ καλύτερες προοπτικές επιτυχίας του σκοπού της. Η συνδικαλιστική γρα­φειοκρατία φαίνεται λοιπόν πως κάνει την απεργία διότι (1) η απεργία είναι ο μονα­δικός τρόπος που διαθέτει για να προκαλέσει ένα θεαματικό συμβάν˙ (2) η απεργία είναι κάτι το οικείο για τους εργαζόμενους ώστε να μπορεί να ελπίζει ότι θα τους πεί­σει για τη σοβαρότητα των προθέσεών της και επομένως να τους ενσωματώσει στην αφήγηση της «Κοινωνικής Συμμαχίας»˙ (3) η απεργία, δεδομένου του υποτονικού κλίματος στο στρατόπεδο των αποκάτω, δεν θα έχει συμμετοχή μεγαλύτερη από όση μπορεί να καταγράψει μια κάμερα στα 2 μέτρα.
Το παιγνίδι δηλαδή είναι να βγουν οι Παναγόπουλος και σία στο γυαλί και να πουν «απεργούμε», αλλά χωρίς να γίνει απεργία σε αριθμούς που να σώζουν έστω και τα προσχήματα για το χαρακτηρισμό της ως γενική απεργία. Να περάσει το παραμύθι της επερχόμενης ανάπτυξης με πειθαρχημένη την εργατική τάξη καθιστή στον κανα­πέ με σταυρωμένα χέρια μπροστά στην τηλεόραση˙ «είδατε πόσο χρήσιμοι είμαστε, αφεντικό;» Η ατυχής συνδικαλιστική γραφειοκρατία έχει πιαστεί στα βρόχια της αντίφασης που διαβάσαμε πρωτύτερα στον Τρότσκι: Από τη μια ως ρεφορμιστική θέλει να συνδιαλλαγεί με την μπουρζουαζία και να διεκδικήσει ένα ρόλο στο κράτος της, αλλά από την άλλη, κάνοντας αυτό στις συνθήκες μάλιστα της παρούσας κρίσης, δεν μπορεί να είναι πλέον ρεφορμιστική. Στην απελπισία και στην αναισχυντία της, αναγκάζεται να παρουσιάσει ως ρεφόρμα τη γιαλαντζί «έξοδο από τα μνημόνια» και την τάχαμου «ανάπτυξη» από την οποία θα φάμε καλά όλοι. Κι αν αυτό δεν φτουράει να περάσει σε επίπεδο κοινωνικών αγώνων μπορεί πάντως να περάσει στο επίπεδο του τηλεοπτικού λόγου. Η «απεργία» της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας δεν είναι λοιπόν μια πραγματική απεργία˙ για τη γραφειοκρατία η απεργία είναι μόνο λόγος, σκέτο πλαίσιο˙ ΜΜΕ λόγος, τηλεοπτικός λόγος και όχι πράξη. Απεργία μπορούν να την κάνουν μόνο οι απεργοί εργαζόμενοι με τη μαζική τους συμμετοχή.
Μια απεργία λοιπόν, και εδώ μπαίνει η εργατική πρωτοπορία, είναι και ένα αυ­τόνομο γεγονός το κοινωνικό και πολιτικό βάρος του οποίου βρίσκεται σε ευθεία σχέση με τη δυναμική της. Υπάρχει κανείς που μπορεί να αμφιβάλλει ότι η μπουρζουαζία μικρή ή μεγάλη και οι γραφειοκράτες θα έφριτταν, αν, παρά πάσα προσδοκία τους, έβλεπαν να γεμίζουν οι πλατείες με απεργούς; Θα αρκούσε ένα χαρτί, το πλαί­σιο της κοινωνικής συμμαχίας, για να τους καθησυχάσει ακόμα κι αν οι εργάτες κα­τέβαιναν μαζικά στους δρόμους χύμα, χωρίς κανένα αντιπαραθετικό απεργιακό πλαί­σιο;
Θα ήταν προτιμότερο για την εργατική υπόθεση να αφεθεί η συνδικαλιστική γρα­φειοκρατία απρόσκοπτη να παίξει το παιγνίδι της χωρίς κινηματικό αντίλογο, χωρίς ούτε ένα γιούχα όταν θα ανέβει ο Παναγόπουλος στην εξέδρα να προσφωνήσει το «στρατό» του; Και πώς θα μπορούσε να παρέμβει η συνειδητή εργατική τάξη αν δεν απεργήσει; Αν δεν απεργήσουμε συνειδητά (και χωρίς τους ψυχαναγκασμούς που κάποιοι επικαλούνται) πώς θα μπορέσουμε έστω
«να καταγγείλουμε ακριβώς την «κοινωνική συμμαχία» και να κατέβουμε στα κέντρα των πόλεων δυναμώνοντας ένα ρεύμα που στη σημαία του θα γράφει «πίσσα και πούπουλα στον υποταγμένο συνδικαλισμό». Βασικός όρος για μια νικηφόρα αναμέτρηση με τους βασικούς μας αντιπάλους, δηλαδή  με την κάθε αστική κυβέρνηση και το κεφάλαιο…»
όπως θέλει ο ίδιος και όπως θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε εάν βέβαια με αυτή τη φράση δεν νεκρανασταίνει τη σταλινική διχοτομία μεταξύ κύριας και βασικής αντίφασης αλλά αντιθέτως εννοεί να δυναμώσει ένα ρεύμα που γυρεύει να σπάσει την «εργοδοτική, αστική ηγεμονία» διεκδικώντας την ταξική συνείδηση των εργατών.
Ολόκληρο το φάσμα των απόψεων που εκκινούν από την άρνηση να ασχοληθούν με ό,τι θεωρούν «αστικοποιημένο συνδικαλισμό» έχουν έναν κοινό τόπο: επιστρα­τεύουν δύο σοφίσματα. Πρόκειται για απόψεις που ήθελαν να έλεγαν «εμπρός για κόκκινα σωματεία»˙ αλλά να που θα μπορούσε κάποιος να θεωρεί «Το ίδιο παιδιακί­στικες και γελοίες ανοησίες» τις
«πολύ σοφές και τρομερά επαναστατικές συζητήσεις […] πάνω στο θέμα ότι οι κομμουνιστές δεν μπορούν και δεν πρέπει να δουλεύουν στα αντιδραστικά συνδι­κάτα, ότι επιτρέπεται να παρατήσουν αυτή τη δουλειά, ότι πρέπει να βγουν από τα συνδικάτα και να δημιουργήσουν υποχρεωτικά την εντελώς καινουργιούτσικη, την εντελώς καθαρούτσικη “εργατική ένωση” …»
Με το πρώτο τους σόφισμα αφήνουν αυτόν τον κάποιο ενεό: «μα εδώ» λένε, « δεν πρόκειται για αποχώρηση από συνδικάτα γιατί αυτά δεν είναι συνδικάτα! Δεν θέλου­με άλλα, κόκκινα συνδικάτα, θέλουμε απλώς συνδικάτα» Και τούτα εδώ τα συνδικάτα; Μα αυτά είναι
«η αστική πολιτική συμμαχία κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και «αντιπολίτευ­σης» ΝΔ, ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ και Σία, με την «κοινωνική συμμαχία» του κυβερνητικού-εργοδοτικού συνδικαλισμού ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, μεγαλεμπόρων, βιομη­χάνων, επιμελητηρίων. Όλου του σιναφιού των βολεμένων αυτού του τόπου».
Και κάθε συνδιαλλαγή μαζί τους
«..θολώνει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ταξικής δράσης και εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού…»
Αλλά τι θα μπορούσε να σημαίνει διαχωριστική γραμμή που πρέπει μάλιστα να ξε­θολώσει, αν όχι κόκκινα συνδικάτα; Και για να μην μείνει καμιά αμφιβολία γι αυτό, τα κόκκινα συνδικάτα μπορούν, τουλάχιστον προσωρινά μια και το πράγμα επείγει, να υποκατασταθούν από οργανώσεις της άκρας αριστεράς οι οποίες καλούν
«σε πραγματική γενική απεργία και μέρα ταξικής δράσης τον Ιούνιο»
Μα σε ποιον άλλο εκτός από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ αναγνωρίζει η εργατική τάξη το δικαίωμα να καλεί σε γενική απεργία; Ο αναχωρητισμός από τις πραγματικές κουτσές στραβές εργατικές οργανώσεις, είναι σημάδι πως τέτοιου είδους αντιλήψεις έχουν ήδη διαλύσει στο μυαλό τους την υπάρχουσα εργατική τάξη και έχουν φτιάξει μια άλλη, φανταστική, ενάρετη εργατική τάξη, η οποία θα έμπαινε στον αγώνα
«Με οργάνωση «από τα κάτω», … Με συνελεύσεις εργαζομένων … Με απερ­γιακές επιτροπές αγώνα. Με αυτοτελείς πρωτοβουλίες οριζόντιου συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων και επιτροπών αγώνα εργαζομένων, συνταξιούχων και ανέργων... Με οικοδόμηση πολλαπλών αγωνιστικών ενωτικών συντονι­σμών…»
Και το ένα φέρνει το άλλο. Αν αυτά τα υπάρχοντα συνδικάτα δεν είναι καν συνδι­κάτα, τότε,σόφισμα δεύτερο, και η απεργία τους δεν είναι απεργία, αλλά είναι «απεργία», «αντιδραστική απεργία», «απεργία των απεργοσπαστών»,«δεν είναι απεργία αλλά συμμαχία με την εργοδοσία», «Στις 30 Μάη δεν μπορούμε να απερ­γήσουμε διότι δεν υπάρχει εργατική απεργία» κλπ. Άρα όπως εύκολα εννοείται, μπορείς να τη σπάσεις και δη από τα αριστερά! Εκεί οδηγεί αυτή η ακολουθία των συλλογισμών που αρχίζει με το ρητορικό ερώτημα «μα πώς θα μπορούσε μια αντικα­πιταλιστική αριστερά να συνδιαλέγεται με αυτό το σινάφι των γραφειοκρατών;» για να φτάσει μέχρι το «σπάμε την απεργία» κι ας μην ξεστομίστηκε ακόμα το τελευταίο επισήμως. Αυτό που ξεστομίζεται είναι μόνο η προτροπή πως κανείς «δεν πρέπει να στηρίξει την “πανεθνική ημέρα δράσης”». Αλλά πόσο απέχει η «πανεθνική ημέρα δράσης» από τη γενική απεργία των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ;
Το εάν εκείνοι που προβάλλουν αυτή την επιχειρηματολογία θα απεργήσουν ή όχι στις 30 του Μάη παραμένει μυστήριο. Άλλοι δηλώνουν ότι δεν θα απεργήσουν, άλ­λοι πάλι με βαριά καρδιά
«Το μεροκάματο θα το χάσουμε, δε θα πάμε στη δουλειά, αλλά αυτό […] δε λέγεται και δεν είναι απεργία»
Ελπίζουμε, το μη χείρον βέλτιστον, να πρυτανεύσει αυτή η δεύτερη εκδοχή. Αυτό που μένει όμως, είναι η υπονόμευση από τα αριστερά των συνδικάτων –των αντιδρα­στικών μεν αλλά των μόνων συνδικάτων– καθώς ένα κομμάτι της αριστεράς υποκλίνεται στην πρακτική της à la carte συμμετοχής στις απεργίες ανάλογα με το αν ο κα­θείς συμφωνεί ή όχι με το «πλαίσιο». Η επιπόλαιη καταστροφή της εργατικής δημο­κρατίας μέσα στις εργατικές οργανώσεις, ενός συνθήματος που βρισκόταν πάντα στην προμετωπίδα των εργατικών πρωτοποριών δεν φαίνεται να συγκινεί πια.