Δημοσιεύθηκε στην Απόψεις,Αναδημοσίευση

Νομοσχέδιο Υπουργείο Παιδείας: Η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας ως βασικό εργαλείο της αυτόνομης λειτουργίας της και ιδιωτικοποίησης της


 του Χρήστου Κάτσικα

ΝΕΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας ως βασικό εργαλείο της αυτόνομης λειτουργίας της και ιδιωτικοποίησης της

                Κατατέθηκε την Παρασκευή στη διαβούλευση το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Παιδείας «ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ». Ο Υπουργός Παιδείας το χαρακτήρισε «τεράστια μεταρρύθμιση», ανέφερε ότι οι σχολικοί σύμβουλοι θα έχουν «αναβαθμισμένο ρόλο» και σχολίασε ότι θα παρέχονται πολύ πιο «αναβαθμισμένες υπηρεσίες ως προς τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα σχολεία.».

                Σύμφωνα με τον Υπουργό Παιδείας μετά το νομοσχέδιο είναι «ένα πολύ μεγάλο και πάρα πολύ ριζοσπαστικό νομοσχέδιο που θα έχει σχέση με την αναμόρφωση των δομών στήριξης των σχολείων. Αυτό είναι μία τεράστια μεταρρύθμιση που γίνεται και η οποία παρόλο που την βγάλαμε σε διαβούλευση, δεν πήρε διαστάσεις, αφού συνήθως η τριτοβάθμια μονοπωλεί τα πράγματα. Αφορά στο με ποιο τρόπο θα γίνεται η αυτοαξιολόγηση των σχολείων, με ποιο τρόπο θα γίνεται η υποστήριξη των σχολείων –γιατί σήμερα έχουμε δομές, οι οποίες δεν συντονίζονται με το σωστό τρόπο. Με ποιο τρόπο θα ενταχθούν σε αυτό οι σχολικοί σύμβουλοι, και κυρίως, πώς θα καταφέρουμε επιτέλους να έχουμε στις δομές αυτές διάφορες ειδικότητες, όπως κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, που αυτή τη στιγμή τα σχολεία τους έχουν τεράστια ανάγκη».

                Όσον αφορά στις αρμοδιότητες των Σχολικών Συμβούλων ο Κώστας Γαβρόγλου σημείωσε ότι «θα κάνουμε μια πολύ καλύτερη οργάνωση των δομών υποστήριξης και μέσα σε αυτή, οι σχολικοί σύμβουλοι θα έχουν αναβαθμισμένο ρόλο. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι το σχολείο από την πρώτη μέρα, με απόφαση του συλλόγου των διδασκόντων, θα στέλνει σε αυτές τις δομές τα προβλήματα και τους προβληματισμούς. Γιατί το σχολείο έχει μια εμπειρία. Δεν υπάρχει περίπτωση, τα προβλήματα που έχουν εμφανιστεί να μην εμφανιστούν και την επόμενη χρονιά. Άρα, από την αρχή θα κληθεί το σχολείο να πει ποια είναι τα προβλήματα και να έχει απαιτήσεις από αυτές τις δομές για το πώς θα αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα. Αυτές οι δομές είναι υποχρεωμένες να συνεργαστούν, αφού πάρουν τα αιτήματα των σχολείων και να στείλουν στα σχολεία έναν προγραμματισμό με τις δράσεις που πρόκειται να κάνουν. Επισκέψεις σχολικών συμβούλων, επισκέψεις των ψυχολόγων, θα γίνεται με πρωτοβουλία των σχολείων και υποχρεωτική ανταπόκριση από πλευρά των δομών. Άρα, οι δομές αυτές θα είναι δυναμικές. Αυτό ανάλογα με τα αιτήματα θα συνεδριάζει και θα αποφασίζει από κοινού πώς θα αντιμετωπίζονται αυτά τα θέματα και στο τέλος του χρόνου θα πρέπει όλοι να έχουν μία αίσθηση του τι έκαναν, τι πήγε καλά, τι δεν πήγε».

                Δεν πέρασαν ούτε 24 ώρες από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη διαβούλευση και η Τομεάρχης Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Επικρατείας, κυρία Νίκη Κεραμέως έσπευσε να καταθέσει την ανησυχία της με δήλωσή της «Για την κατάργηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών». Σημειώνει, λοιπόν, η Νίκη Κεραμέως (17 Μαρτίου 2018): «Στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου για την αναδιοργάνωση των δομών υποστήριξης της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για το οποίο θα τοποθετηθούμε αναλυτικά το επόμενο διάστημα, η έννοια της αξιολόγησης βρίσκεται υπό διωγμόν. Η αξιολόγηση, όπως είχε προβλεφθεί σε Προεδρικό Διάταγμα του 2013, επί Κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, καταργείται, χωρίς να αντικαθίσταται από κάποιο άλλο σύστημα αξιολόγησης για τους εκπαιδευτικούς, τον βασικό δηλαδή παράγοντα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Για τη Νέα Δημοκρατία, η αξιολόγηση όλων των κρίκων της εκπαιδευτικής αλυσίδας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος σε όλες του τις βαθμίδες. Αξιολόγηση παντού και για όλους. Για να επιβραβεύονται οι καλοί και να βελτιώνονται όλοι».

            Θέλουμε να καθησυχάσουμε την τομεάρχη Παιδείας της ΝΔ. Όχι μόνο δεν καταργεί την αξιολόγηση το Υπουργείο Παιδείας με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, αντίθετα, την «εκσυγχρονίζει», τη μοντάρει, τη μαντάρει και την ευπρεπίζει με πολύ σχεδιασμένο, ομολογουμένως τρόπο, έτσι ώστε προχωρώντας από τη βάση (υποτίθεται) προς την κορφή (οι εκπαιδευτικοί αξιολογούν τα στελέχη), να κάνει πιο ευκολοχώνευτη την αντίθετη φορά της αξιολόγησης. Παράλληλα αναβαθμίζει την Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε. στην οποία αναθέτει την αξιολόγηση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και την μεταξιολόγηση των συστημάτων αξιολόγησης του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι φανερό ότι το Υπουργείο Παιδείας προχωρά βήμα βήμα προς την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας ως βασικό εργαλείο της αυτόνομης λειτουργίας της και ιδιωτικοποίησης της.

                Είναι φανερό ότι το Υπουργείο Παιδείας κάτω από τον εύηχο τίτλο ««ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΜΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ» θεσμοθετεί μια νέα ιεραρχική δομή επιτήρησης των σχολικών μονάδων.  Τα Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (Τα ΠΕ.Κ.Ε.Σ.) έχουν στην ευθύνη τους τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό, την επιστημονική και παιδαγωγική καθοδήγηση, την οργάνωση της επιμόρφωσης, την αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων της περιοχής τους.

                Τα ΠΕ.Κ.Ε.Σ. ενσωματώνουν τις αρμοδιότητες των Π.Ε.Κ., των Προϊσταμένων Παιδαγωγικής Καθοδήγησης, και των Σχολικών Συμβούλων. Στην ουσία μιλάμε για «μικρά υπουργεία παιδείας», που θα συγκεντρώνουν πλήθος αρμοδιοτήτων και θα παίζουν καθοριστικό ρόλο στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής.  Οι στόχοι που θα τίθενται, έμμεσα, σχετίζονται και με τη λεγόμενη «Περιφερειακή Αναπτυξιακή Πολιτική», που διαφημίζει η κυβέρνηση μέσα από τα «Αναπτυξιακά  Συνέδρια», δηλαδή το πώς θα τροφοδοτηθούν με κίνητρα, φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις οι επιχειρηματικοί όμιλοι.  Εδώ θα κουμπώσει η περιβόητη «..σύνδεση του σχολείου με την αγορά εργασίας» μέσω των προγραμμάτων επιχειρηματικότητας, την προώθηση δεξιοτήτων με βάση τις ανάγκες της αγοράς, τη γενίκευση των προγραμμάτων της μαθητείας. Επιπλέον, λογοδοτούν άμεσα στο ΙΕΠ για την υλοποίηση της εκπαιδευτικής κυβερνητικής πολιτικής.  Άρα έχουμε «συγκεντρωτισμό» όσον αφορά τον πιο σφικτό έλεγχο του κράτους στο να υλοποιούνται οι  αναδιαρθρώσεις στην εκπαίδευση και «αυτονομία» όσον αφορά τη μεταφορά των λειτουργικών, χρηματοδοτικών υποχρεώσεων του στα σχολεία, στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς, την επιβολή ευλύγιστων εργασιακών σχέσεων.

                Σε αυτό το πλαίσιο η αυτοαξιολόγηση και η αξιολόγηση ως βασικό εργαλείο προώθησης των αντιδραστικών αλλαγών επανέρχεται, αλλά μετονομάζεται σε “προγραμματισμό και αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου.” Η αυτοαξιολόγηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει όλα τα χαρακτηριστικά του Π.Δ του 2013 της κυβέρνησης Ν.Δ-ΠΑΣΟΚ για την αυτοαξιολόγηση των σχολείων. Προβλέπει:

                Οι πιθανοί-ενδεικτικοί θεματικοί άξονες τίθενται μέσω σχεδίου προγραμματισμού, το οποίο καθορίζεται με ΥΑ και παρουσιάζεται στα σχολεία με οδηγίες συμπλήρωσης και ενημερωτικές συναντήσεις των Διευθυντών των σχολείων από τα στελέχη του ΠΕΚΕΣ.

                Θα γίνονται τακτικές συνεδριάσεις του Συλλόγου Διδασκόντων («O σύλλογος διδασκόντων, σε τακτικές συνεδριάσεις στη διάρκεια του σχολικού έτους, συζητά διεξοδικά επί της πορείας του αρχικού συλλογικού προγραμματισμού και προβαίνει, αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο,  σε ανασχεδιασμό ή στις απαιτούμενες διορθωτικές κινήσεις») για να φέρει σε πέρας τον προγραμματισμό, τη διαμορφωτική και τελική αποτίμηση της δράσης του.

                Το Σχολικό Συμβούλιο κάθε μονάδας ( Σύλλογος Διδασκόντων, ΔΣ του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων, εκπρόσωπος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπρόσωποι μαθητικών κοινοτήτων, με προεδρεύοντα το Διευθυντή) θα συμμετέχει στις διαδικασίες προγραμματισμού και αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου της σχολικής μονάδας, διατυπώνοντας προτάσεις. Θα εντοπίζει τα προβλήματα, θα προτείνει λύσεις και θα αναπτύσσει πρωτοβουλίες για την επίλυση θεμάτων, όπως: επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των μελών της σχολικής κοινότητας, ανάπτυξης συνεργειών με τους κοινωνικούς φορείς, υγιεινής, ασφάλειας και πρόληψης ατυχημάτων στον σχολικό χώρο, υλικοτεχνικής υποδομής, κ.ά.

                Ό,τι δηλαδή καλούνταν να υλοποιήσουν οι Σύλλογοι Διδασκόντων και με την αυτοαξιολόγηση του Αρβανιτόπουλου: τυποποιημένες φόρμες, κατάθεση σχεδίων δράσης για καινοτομίες, υλικοτεχνική υποδομή, συνεργασίες με φορείς και τοπική κοινωνία, εσωτερικοί κανονισμοί σχολείων κλπ. Και λογοδοσία για τα αποτελέσματα. Κατάθεση των εκθέσεων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα τότε, στο ΠΕΚΕΣ τώρα.

Οι υποστηρικτικές δομές των σχολείων εξαερώνονται!

                Από την άλλη, οι 5 άνθρωποι που σχεδίαζαν και υλοποιούσαν εκπαιδευτικά προγράμματα και σεμινάρια για εκπαιδευτικούς και για σχολικές ομάδες είτε στο χώρο του ΚΠΕ είτε αλλού, θα καλούνται να ασχολούνται επιπλέον και με το κάπνισμα, τα ναρκωτικά, τις θεατρικές παραστάσεις των σχολείων και να υποστηρίζουν τις σχετικές δράσεις των σχολείων! Συνεπώς, θα μπορούν πλέον να κάνουν πολύ λιγότερα εκπαιδευτικά προγράμματα και σεμινάρια για το περιβάλλον, άλλος ένας τρόπος που πλήττεται η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, πέρα από την αφαίρεση και της λέξης «περιβάλλον» από την ονομασία των Κέντρων. Εννοείται ότι και τα μειωμένα κατά 35% κονδύλια των ΚΠΕ θα πρέπει τώρα να μειωθούν ακόμη περισσότερο, καθώς τα ίδια μειωμένα θα πρέπει πλέον να διατίθενται και για Αγωγή Υγείας, Πολιτιστικά κλπ. Αφαιρούνται συνεπώς και άλλα κονδύλια από την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, παρά το ότι θα μπορούσαν, εάν υπήρχε πολιτική βούληση να βρεθούν επιπλέον κονδύλια, είτε από τον προϋπολογισμό είτε από ευρωπαϊκά κονδύλια.

                Και μετά τη συγχώνευση – κατάργηση όλων σχεδόν των υποστηρικτικών θεσμών, καλούνται οι εκπαιδευτικοί των σχολείων να υποβάλλουν προγραμματισμούς και απολογισμούς στην Περιφέρεια (!) στο Περιφερειακό Κέντρο Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού! Προς δόξαν της …αποκέντρωσης (!) θα συγκεντρώνονται μερικές χιλιάδες προγραμματισμοί και απολογισμοί σχολείων στην έδρα κάθε Περιφέρειας και θα πρέπει το Κέντρο αυτό να ελέγχει και να κρίνει όλα αυτά και να υποστηρίζει και μερικές χιλιάδες εκπαιδευτικούς των σχολείων – μόνο στα Χανιά είναι 3.000 οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν και καμιά 300αριά οι σχολικές μονάδες!.

                Κατόπιν όλων των παραπάνω, είναι προφανές ότι στόχος του σχεδιασμού του Υπουργείου είναι απλά η μείωση των χρημάτων και των εκπαιδευτικών που διατίθενται για δομές υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου. Στην πράξη, αυτό που θα γίνει, «για μια χούφτα ευρώ», είναι να μείνουν οι εκπαιδευτικοί της τάξης εντελώς αβοήθητοι, καθώς θα υπάρχουν μόλις 2 δομές σε επίπεδο νομού και μία (1) σε επίπεδο Περιφέρειας για να τους βοηθήσουν. Όποιος πρόλαβε τον κύριο οίδε… Το συγχωνευμένο ΚΕΣΥ θα είναι έξι (6) σε ένα (1) και θα εποπτεύει κι άλλο ένα (το πρώην Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του νομού).

                Αυτό είναι το «δια ταύτα» του προτεινόμενου σχεδίου συγχωνεύσεων, η μείωση των ατόμων που υποστηρίζουν τους εκπαιδευτικούς της τάξης, η μείωση κονδυλίων για υποστηρικτικές δομές των σχολείων και ο ασφυκτικός πολιτικός – διοικητικός έλεγχος ακόμη και των πρώην Κέντρων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης.