Δημοσιεύθηκε στην Απόψεις,Αναδημοσίευση

Οι πιο πρόσφατες αποφάσεις της ΕΕ για τον ενιαίο χώρο εκπαίδευσης


Οι πιο πρόσφατες αποφάσεις της ΕΕ για τον ενιαίο χώρο εκπαίδευσης. Μέρος Ι: Η Σύνοδος Κορυφής στο Γκέτεμποργκ.

Όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την μελέτη αποφάσεων και άλλων υλικών της ΕΕ, τους τελευταίους μήνες υπάρχει έντονη δραστηριότητα που αφορά την εκπόνηση νεώτερων κατευθύνσεων για την εκπαίδευση και την λήψη μέτρων προώθησής τους. Μάλιστα, στις 25-1-2018 πραγματοποιήθηκε η 1η Ευρωπαϊκή Σύνοδος για την Εκπαίδευση στις Βρυξέλλες, η οποία προβλήθηκε και πολυδιαφημίστηκε.

Αυτός ο κύκλος έντονης δραστηριότητας ξεκίνησε στην Σύνοδο Κορυφής του Γκέτεμποργκ (17 Νοεμβρίου 2017), όπου βασικά συζητήθηκαν θέματα διεθνούς πολιτικής και οικονομίας, ενώ έγινε (με πολλές φανφάρες) και η παρουσίαση του λεγόμενου «ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων». Υπήρξε όμως και ένα κείμενο συμβολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορούσε την εκπαίδευση και τον πολιτισμό, οι γραμμές του οποίου επιβεβαιώθηκαν και ισχυροποιήθηκαν τον επόμενο μήνα στην Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ενώ, σε εφαρμογή όσων περιέχονται σε αυτό το κείμενο, τον Ιανουάριο εκδόθηκαν επίσης δύο νέες οδηγίες και ένα σχέδιο δράσης για ειδικά θέματα που αφορούν την εκπαίδευση.

Γιατί όμως συμβαίνουν όλα αυτά; Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι μπροστά στην ΕΕ ορθώνονται καθήκοντα άμεσης προτεραιότητας και που αφορούν τα εξής: α) την αντιμετώπιση των προβλημάτων και καθυστερήσεων, κυρίως οικονομικών, που απορρέουν από την καπιταλιστική κρίση, β) την όχι καλή θέση της στον διεθνή ανταγωνισμό, γ) την έντονη αμφισβήτηση του «ευρωπαϊκού ιδεώδους» στο εσωτερικό της, που εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους (τάσεις απόσχισης, εθνικισμός, σε μικρότερο βαθμό ριζοσπαστικοποίηση κλπ.). Έτσι, καθίστανται αναγκαίες κάποιες αλλαγές γενικότερου χαρακτήρα, όπως και η άνοδος της αποτελεσματικότητας των ασκούμενων πολιτικών. Οι νεώτερες προσαρμογές στην εκπαίδευση εντάσσονται σε αυτά τα πλαίσια. Σε τοποθετήσεις αξιωματούχων της ΕΕ επαναλαμβάνεται δε η άποψη ότι η συνεισφορά της εκπαίδευσης για «την ανταπόκριση στις νέες προκλήσεις» είναι σημαντική.

Πολλά κείμενα της ΕΕ επιβεβαιώνουν ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Στην Διακήρυξη της Ρώμης (25-3-17)1 αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει πρωτοφανείς προκλήσεις, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εθνικό επίπεδο: περιφερειακές συγκρούσεις, τρομοκρατία, αυξανόμενες μεταναστευτικές πιέσεις, προστατευτισμός και κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Μαζί, είμαστε αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις ενός ταχέως μεταβαλλόμενου κόσμου και να προσφέρουμε στους πολίτες μας ασφάλεια και νέες ευκαιρίες.» Όσον αφορά την διεθνή ισχύ της ΕΕ, αναφέρεται: «Στα επόμενα δέκα χρόνια επιθυμούμε μια Ένωση ασφαλή, ευημερούσα, ανταγωνιστική, βιώσιμη και κοινωνικά υπεύθυνη και με τη βούληση και την ικανότητα να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στον πλανήτη και να διαμορφώνει την παγκοσμιοποίηση». Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 17-3-17, η ενημερωτική συνάντηση Υπουργών Παιδείας στο Παρίσι εξέδωσε Διακήρυξη όπου, μεταξύ άλλων και λαμβάνοντας αφορμή από τις τότε πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις, τόνιζε: «Η μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε για τη διαφύλαξη των πλουραλιστικών κοινωνιών μας απαιτεί συγκεκριμένη δράση σε ευρωπαϊκό, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο…. Καλούμε λοιπόν σε νέες προσπάθειες για την ενίσχυση της διδασκαλίας και αποδοχής αυτών των κοινών θεμελιωδών αξιών και για να τεθούν οι βάσεις για κοινωνίες χωρίς αποκλεισμούς μέσω της εκπαίδευσης – ξεκινώντας από την μικρή ηλικία.»

Οι κατοπινές πρωτοβουλίες «κοινωνικής συνοχής» της ΕΕ, όπως ο Οδικός Χάρτης του Σεπτεμβρίου 2017 και ο περίφημος Κοινωνικός Πυλώνας, δεν εκπονήθηκαν βεβαίως για το καλό των «ευρωπαίων πολιτών». Ήλθαν να εξυπηρετήσουν την αντιμετώπιση των θεμάτων που ήδη αναφέραμε και αξιοποιούν τις γνωστές «συνταγές» του κεφαλαίου. Στο δελτίο τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 26-4-2017, για παράδειγμα, οι αρχές και τα δικαιώματα του πυλώνα «επικεντρώνονται στον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπιστούν οι νέες εξελίξεις στον κόσμο της εργασίας και γενικότερα στην κοινωνία, ούτως ώστε να υλοποιηθεί η υπόσχεση που διατυπώνεται στις Συνθήκες για μια άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς» (!!!), που υποτίθεται θα οδηγήσει σε πλήρη απασχόληση και κοινωνική πρόοδο.

Μέσα σε αυτό το κλίμα και σε αυτή τη γενική ρότα, προέκυψε και το κείμενο συμβολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εκπαίδευση. Σε αυτό, η απόφαση να συζητηθούν τα εκπαιδευτικά θέματα στην Σύνοδο Κορυφής αιτιολογείται γλαφυρά ως εξής: «Όταν δοκιμάζονται οι ευρωπαϊκές αξίες και οι δημοκρατίες μας με την αφύπνιση των λαϊκιστικών δυνάμεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό ή με τη διάδοση «ψεύτικων ειδήσεων» και τη χειραγώγηση των δικτύων πληροφοριών μας, είναι η στιγμή που πρέπει να αντιδράσουν οι ευρωπαίοι ηγέτες και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.» Και λίγο παρακάτω: «Αυτός είναι ο λόγος που οι ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσισαν να συναντηθούν στις 17 Νοεμβρίου 2017 στο Γκέτεμποργκ, προκειμένου να συζητήσουν τον μελλοντικό ρόλο της παιδείας και του πολιτισμού στην ενδυνάμωση της αίσθησης του συνανήκειν (belonging together) και της συμμετοχής σε μια πολιτιστική κοινότητα».

Νομίζουμε ότι οι μαχόμενες δυνάμεις του εκπαιδευτικού κινήματος αξίζει να πάρουν υπόψη τους τι περιέχεται στις νεώτερες αποφάσεις και οδηγίες της ΕΕ για την εκπαίδευση. Δεν αλλάζουν τα βασικά χαρακτηριστικά προηγούμενων αποφάσεων, αλλά είναι σημαντικές γιατί: α) Συχνά εισάγουν νέες προτεραιότητες. β) Οι γενικές κατευθύνσεις συνοδεύονται από ένα συνεκτικό δίκτυο συγκεκριμένων μέτρων και σαφή στοχοθεσία (άμεση-μεσοπρόθεσμη). γ) Οικοδομούν τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές συνθήκες για το πέρασμα σε ένα νέο στάδιο ενοποίησης της εκπαίδευσης στην ΕΕ από το 2025 και μετά. Συνεπώς περιλαμβάνουν και δυνάμει νέα στοιχεία στρατηγικής. δ) Προβλέπεται να συμπληρωθούν στο άμεσο μέλλον, καλύπτοντας πρακτικά το σύνολο των εκπαιδευτικών και συναφών θεμάτων. Τελικά, αργά ή γρήγορα, θα έχουν μεγάλη επίδραση και στην χώρα μας.

Έχοντας ταυτοχρόνως κατά νου ότι τον Μάιο 2019 θα υπάρξουν περαιτέρω αποφάσεις για το μέλλον της ΕΕ (στη Σύνοδο Κορυφής στο Σίμπιου) που δεν αποκλείεται να οδηγήσουν αργότερα και σε άλλα μέτρα, ας δούμε τώρα περί τίνος πρόκειται.

Οι εκπαιδευτικές αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής (γενική στόχευση)

Η Σύνοδος Κορυφής του Γκέτεμποργκ επικεντρώθηκε στο πώς «μπορούν να αξιοποιηθούν πλήρως οι νέες ευκαιρίες και να αντιμετωπιστούν οι κοινές προκλήσεις για τις αγορές εργασίας και τα σημερινά και μελλοντικά συστήματα πρόνοιας» (βλέπε Δελτίο Τύπου της 16/11/2017) και επίσης διακήρυξε τον ευρωπαϊκό πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων2. Όσον αφορά όμως ειδικά την εκπαίδευση και τον πολιτισμό κατατέθηκε από μέρους της Επιτροπής το κείμενο «Strengthening European Identity through Education and Culture – EC’s contribution to the Leader’s meeting in Gothenburg».

Ήδη από τις πρώτες σελίδες γίνεται σαφής ο γενικός χαρακτήρας του κειμένου και το κεντρικό καθήκον που θέτει. Συγκεκριμένα, τονίζεται ότι «εξήντα χρόνια μετά την υπογραφή των Συνθηκών της Ρώμης, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας παραμένει αναγκαία και η εκπαίδευση και ο πολιτισμός είναι οι καλύτεροι φορείς για να εξασφαλιστεί» και ξεκαθαρίζεται πως το κείμενο «καθορίζει το όραμα για έναν ευρωπαϊκό χώρο εκπαίδευσης, βασισμένο στη νέα ατζέντα δεξιοτήτων για την Ευρώπη και στην επένδυση στις πρωτοβουλίες της Ευρώπης για τη νεολαία». Ο ενιαίος χώρος εκπαίδευσης δεν είναι βέβαια κάτι καινούριο, αποτελεί βασική προτεραιότητα της ΕΕ για την εκπαίδευση, όμως εδώ ξεκινά μια προσπάθεια για την οικοδόμηση ενός «πραγματικά ενιαίου» χώρου, όπως αυτός συχνά περιγράφεται σε κείμενα και ομιλίες – μια έκφραση που αναγνωρίζει την ανεπάρκεια όσων έχουν γίνει μέχρι τώρα. Στην τελική δε ενότητα του κειμένου τίθεται το έτος-ορόσημο και το «όραμα» περιγράφεται έτσι: «Ένα όραμα για το 2025 θα είναι μια Ευρώπη στην οποία η μάθηση, η μελέτη και η διεξαγωγή έρευνας δεν θα παρεμποδίζονται από τα σύνορα. Μια ηπειρωτική χώρα, όπου το ξόδεμα χρόνου σε άλλο κράτος μέλος – προκειμένου κάποιος να σπουδάσει, να μάθει ή να εργαστεί – θα έχει γίνει το σύνηθες και όπου εκτός από τη μητρική γλώσσα, η ομιλία σε άλλες γλώσσες θα έχει γίνει ο κανόνας. Μια ήπειρος στην οποία οι άνθρωποι θα έχουν έντονη αίσθηση της ταυτότητάς τους ως Ευρωπαίων, της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης και της ποικιλομορφίας της.» Με αυτό τον ωραιοποιημένο, αλλά και σαφή, τρόπο επιλέχθηκε να περιγραφεί μια κατάσταση στην οποία θα εκπληρώνονται οι εκπαιδευτικοί όροι για την απρόσκοπτη πανευρωπαϊκή μετακίνηση και εκμετάλλευση των εργαζομένων, χωρίς ταυτόχρονα να αμφισβητείται το καθεστώς.

Έτσι, προκρίνεται ως απαραίτητη η κίνηση προς μια «φιλόδοξη» κοινή ευρωπαϊκή ατζέντα για την εκπαίδευση και τον πολιτισμό που στην καρδιά της θα βρίσκεται «η ιδέα της κοινής δράσης (στοχεύοντας) προς τον Ευρωπαϊκό Χώρο Εκπαίδευσης». Βασικοί άξονες αυτής της ατζέντας είναι α) η ανάπτυξη της «κινητικότητας» και των διασυνοριακών συνεργειών, β) ειδικά μέτρα για την εκπαίδευση και τα άτομα που εμπλέκονται σε αυτήν («επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο», σύμφωνα με την νεοφιλελεύθερη ορολογία), γ) η αποφασιστική και κατάλληλα στοχευμένη φιλο-ΕΕ ιδεολογική επέμβαση, που περιγράφεται ως «ισχυροποίηση της αίσθησης της Ευρωπαϊκής Ταυτότητας και επίγνωση της πολιτιστικής κληρονομιάς».

Όλοι οι τομείς δράσης και τα επιμέρους μέτρα, που θα εκθέσουμε παρακάτω, εντάσσονται τουλάχιστον σε έναν από τους τρεις αυτούς άξονες.

Οι εκπαιδευτικές αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής (κατευθύνσεις, επιμέρους στόχοι, μέτρα)

Ας δούμε τώρα τα βασικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού Χώρου Εκπαίδευσης, όπως ορίζονται μέσα από το προαναφερθέν κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα δελτία τύπου της και ιδιαίτερα αυτό της 14/11/20173, καθώς και από ανηρτημένα συνοδευτικά υλικά4. Θα διαπιστώσουμε μια σειρά νέων επιμέρους προτεραιοτήτων, αλλά και την έμφαση στο «ανασκούμπωμα» και την ολόπλευρη υποστήριξη των επιδιωκόμενων αλλαγών. Είναι επίσης σημαντικό ότι ορίζονται συγκεκριμένοι στόχοι και μέτρα ανά πεδίο δράσης για την διετία 2018-2019, μαζί με δυνατές πρωτοβουλίες (στόχους) ως το 2025.

Όπως τονίζεται ρητά, ο Ευρωπαϊκός Χώρος Εκπαίδευσης πρέπει να συμπεριλαμβάνει:

1.«Πραγματική» κινητικότητα για όλους. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην θετική (από την σκοπιά της ΕΕ) εμπειρία από το Erasmus+. Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι, σε αντίθεση με τις γενικά μετριοπαθείς εκτιμήσεις για τις περισσότερες από τις μέχρι τώρα ενέργειες της ΕΕ για την εκπαίδευση, το Erasmus+ θεωρείται ιδιαίτερα επιτυχημένο μέσο ιδεολογικής και οικονομικής παρέμβασης που επηρέασε πολλούς εκπαιδευτικούς και σπουδαστές. Μάλιστα, οι εκτιμήσεις στην πρόσφατη ενδιάμεση αξιολόγηση του προγράμματος είναι σχεδόν πανηγυρικές5. Το κείμενο προς την Σύνοδο Κορυφής έθεσε σαν στόχο τον διπλασιασμό των συμμετοχών στο Erasmus+ ως το 2025, άρα μπαίνουν αντίστοιχα καθήκοντα αποκάλυψης και απόκρουσης του σχεδίου για το εκπαιδευτικό κίνημα6.

Ένας ακόμα σημαντικός στόχος είναι η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κάρτας Σπουδαστή, που θα επιτρέπει ηλεκτρονική ταυτοποίηση του σπουδαστή και ανταλλαγή στοιχείων ανάμεσα στα ιδρύματα. Η σύνδεση του μέτρου με τον μηχανισμό πιστοποίησης προσόντων, αλλά και με αυτό που αποκαλούν «παράκαμψη γραφειοκρατικών εμποδίων» που εμποδίζουν την κινητικότητα, είναι προφανής.

Σε συνοδευτικό υλικό τονίζεται επίσης ως στόχος ενόψει το 2025 η ενθάρρυνση της κινητικότητας σε εκπαιδευτικούς τομείς σχετικούς με την κλιματική αλλαγή, το περιβάλλον, STEAM7, ρομποτική, ψηφιοποίηση κλπ. που θεωρούνται κρίσιμοι, κάτι που λογικά θα εντείνει την φυγή νέων ελλήνων επιστημόνων προς το εξωτερικό παρά τα όσα διατείνεται το πολιτικό προσωπικό στην χώρα μας για την ανάπτυξη, την καινοτομία κ.ο.κ.

2.Αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων. Βασική εκτίμηση της ΕΕ είναι ότι η διαδικασία της Μπολώνια διευκόλυνε, αλλά δεν εξασφάλισε, την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων στην ανώτατη εκπαίδευση. Έτσι, εξαγγέλθηκε η έναρξη μιας νέας διαδικασίας στα επόμενα δύο χρόνια, της «διαδικασίας της Σορβόννης», η οποία θα προετοιμάσει τεχνικά και πολιτικά το έδαφος για την αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων ανωτέρας εκπαίδευσης και απολυτηρίων. Η διαδικασία εκτείνεται και στην διασυνοριακή επαλήθευση πιστοποιητικών κατάρτισης και δια βίου μάθησης.

Παρά το περιτύλιγμα, η ουσία βρίσκεται στην διαπίστωση του «Strengthening European Identity etc.» ότι η μη αμοιβαία αναγνώριση είναι ένα «παραμένον εμπόδιο για μια πραγματικά ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή αγορά εργασίας». Μπορούμε να αναμένουμε επίσης ότι η διαδικασία θα επηρεάσει τις αρμοδιότητες των Πανεπιστημίων8.

3.Συνεργασία στην ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών προκειμένου, όπως τονίζεται στο δελτίο τύπου της 14/11/17, «να διασφαλιστεί ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα θα μεταδώσουν όλες τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που κρίνονται απαραίτητες στον σημερινό κόσμο». Σχετικά με αυτό, ήδη τον Ιανουάριο 2018 αποφασίστηκε η νεώτερη, αναβαθμισμένη σύσταση για την δια βίου μάθηση, που θα αναλύσουμε αργότερα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ο καθορισμός του βασικού στόχου ενόψει του 2025, που είναι να εξασφαλιστεί η συγκρισιμότητα των προγραμμάτων. Ουσιαστικά επιδιώκεται η προσαρμογή των προγραμμάτων σπουδών στις νέες συνθήκες δράσης του κεφαλαίου και η κάλυψη των αναγκών των επιχειρήσεων, μέσα μάλιστα από μία διαδικασία που θα ελέγχεται στενά και σε διεθνές επίπεδο.

4.Διαμόρφωση ενός δικτύου «πραγματικά» Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων. Η βασική λογική και οι ουσιώδεις σκοποί του εγχειρήματος αποκαλύπτονται καλύτερα στο επεξηγηματικό υλικό9. Καταρχάς αιτιολογείται με τις σχετικά χαμηλές επιδόσεις των Πανεπιστημίων της ΕΕ, βάσει των μετρήσεων αξιολόγησης, καθώς μόνο τα 10 από τα 50 πρώτα πανεπιστήμια των αξιολογήσεων εδράζονται στην ΕΕ. Κατά την γνώμη μας, λοιπόν, έρχεται να καλύψει μία σχετική υστέρηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ΕΕ, η οποία «κοστίζει» στον διεθνή ανταγωνισμό. Ένα αντίστοιχο κενό στην κάλυψη αναγκών της ευρωπαϊκής πολιτικής-επιχειρηματικής ελίτ έρχεται να καλύψει και η θεμελίωση της Σχολής Ευρωπαϊκής και Διεθνικής Διακυβέρνησης, κατά τα πρότυπα της Σχολής Διακυβέρνησης Τζών Κέννεντυ του Χάρβαρντ10.

Ταυτοχρόνως όμως, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, βρισκόμαστε μπροστά σε μια πιο έντονη διείσδυση του ιδιωτικού κεφαλαίου στις σχολές. Αυτό θα επιτευχθεί με την ανάπτυξη περαιτέρω στρατηγικών συνεργασιών ανάμεσα στα ΑΕΙ οι οποίες, όπως θα δούμε και αργότερα, εμπλέκουν διάφορες χρηματοδοτικές πηγές.

Η δημιουργία του δικτύου σχεδιάζεται να γίνει σε τρία βήματα: α) θεμελίωση των δικτυώσεων (networks) και από κοινού προσφορά προγραμμάτων σπουδών εξ αποστάσεως, β) κοινά εγχειρήματα, γ) θεμελίωση των ιδρυμάτων. Οι «καλώς θεμελιωμένες» δικτυώσεις θα χρηματοδοτούνται, με θεσμοποιημένο τρόπο, και με κονδύλια της ΕΕ και θα υποστηρίζονται μακροπρόθεσμα.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 14/12/2017 υιοθέτησε τον στόχο για το δίκτυο Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και επιπλέον αποφασίστηκε ότι θα είναι περίπου 20. Είναι προφανές ότι αυτά τα ιδρύματα θα ασκήσουν σοβαρή επίδραση μέσω των διασυνδέσεών τους και θα λειτουργήσουν ως πρότυπα, τροποποιώντας τους μορφωτικούς, λειτουργικούς και νομικούς κανόνες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

5.Γλωσσομάθεια. Υπάρχει επίμονη ενασχόληση των νεώτερων κειμένων της ΕΕ με αυτό το θέμα, καθώς φαίνεται ότι το τωρινό επίπεδο γλωσσομάθειας εμποδίζει την επίτευξη των στόχων κινητικότητας και την επαρκή αξιοποίησή του εργατικού δυναμικού στις σύγχρονες συνθήκες.

Για την διετία 2018-2019 από το σχετικό επεξηγηματικό υλικό11 ξεχωρίζουμε δύο στοιχεία: α) Σε υποσημείωση αναφέρεται ότι τα επίπεδα γλωσσικής επάρκειας των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι χαμηλά και αυτό δείχνει «πρόβλημα με την αποτελεσματικότητα και ποιότητα της διδασκαλίας», ενώ στην επόμενη σελίδα διαβάζουμε ότι το θέμα θα αντιμετωπιστεί «με την συστηματική υποστήριξη καινοτόμων μεθόδων, όπως … η χρήση ψηφιακών εργαλείων». β) Τον Μάιο 2018 θα υιοθετηθεί σύσταση για την γλωσσομάθεια αρχίζοντας από την πρώιμη παιδική ηλικία (early childhood age), η οποία θα θέτει συγκεκριμένο στόχο για την εκμάθηση δύο γλωσσών πέραν της μητρικής ως το 2025 για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και, επιπλέον, θα ορίζει επιθυμητά αποτελέσματα και τακτική παρακολούθηση της γλωσσικής επάρκειας σε όλη την ΕΕ. Άρα ξεχωρίζουμε τα εξής στοιχεία: έναρξη από πολύ μικρή ηλικία, αλλαγές στην διδασκαλία – ψηφιακά εργαλεία, τακτικός έλεγχος.

Ως πιο μακροπρόθεσμος στόχος, μέχρι το 2025, τίθεται ότι «κάθε καθηγητής ξένων γλωσσών θα πρέπει να έχει περάσει τουλάχιστον έξι μήνες εκμάθησης ή διδασκαλίας στο εξωτερικό με την υποστήριξη του προγράμματος Erasmus +». Η χρήση της λέξης «πρέπει» (should) πρακτικά θέτει ζήτημα αλλαγής των προϋποθέσεων διδακτικής επάρκειας.

6.Δια βίου μάθηση. Η δια βίου μάθηση θεωρείται ένας από τους τρεις παράγοντες-κλειδιά για την «βελτίωση» της εκπαίδευσης12. Οι άλλοι δύο κρίσιμοι παράγοντες είναι η «ποιότητα» των δασκάλων και της διδασκαλίας, καθώς και η καινοτομία-ψηφιακότητα στην εκπαίδευση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κινούμενη σε ήδη χαραγμένες κατευθύνσεις, για τα επόμενα δύο χρόνια επικεντρώνει σε τρία σημεία για την δια βίου μάθηση:

α) Την ανάπτυξη της εκπαίδευσης και φροντίδας από την πολύ μικρή παιδική ηλικία, θέτοντας ως στόχο και την διαμόρφωση σχετικής σύστασης τον Μάιο του τρέχοντος έτους. Θα έχουμε την ευκαιρία να σταθούμε αναλυτικότερα σε αυτό όταν θα εξετάσουμε τις συστάσεις που εκδόθηκαν φέτος τον Ιανουάριο13.

β) Την έμπρακτη εκπλήρωση της σύστασης για τις Διαδρομές Ανάπτυξης Δεξιοτήτων στους ενήλικες (Upskilling Pathways Recommendation) από τα κράτη μέλη. Αυτή η σύσταση εκδόθηκε το 2016 και ορίζει βασικές κατευθύνσεις της εκπαίδευσης ενηλίκων (ομάδες και στόχοι δραστηριότητας, στάδια σχεδιασμού, παρακολούθηση –αξιολόγηση – πιστοποίηση δεξιοτήτων κλπ.)14.

γ) Την ενθάρρυνση της «στενότερης συμμετοχής των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων των κρατών μελών σε περιοχές που καθορίζουν εξειδικευμένες στρατηγικές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ανάπτυξης και της απασχόλησης, ιδίως προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτούμενες δεξιότητες είναι διαθέσιμες στα σχετικά εδάφη.» Οποιαδήποτε ομοιότητα με τις προτάσεις του ΣΕΒ προφανώς δεν είναι τυχαία, ουσιαστικά πρόκειται για την στενότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες των επιχειρήσεων15.

Η Επιτροπή, αποσυνδέοντας τα σχετικά ποσοστά από τα συνολικά αποτελέσματα της ασκούμενης πολιτικής, διαφημίζει την μείωση της πρόωρης σχολικής εγκατάλειψης και την αύξηση του ποσοστού επιτυχόντων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επίσης θέτει στόχους ενόψει και του 2025. Από αυτούς, νομίζουμε ότι αξίζει να προσεχθούν: α) ο στόχος για συμμετοχή του 25% του δυναμικού στην δια βίου μάθηση, και β) η «επανεκκίνηση και επικαιροποίηση του πλαισίου ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης μέσω της ενίσχυσης δια βίου μάθησης», κάτι που θα έχει άμεση επίπτωση και στην χώρα μας π.χ. μέσω της μαθητείας.

7.Καινοτομία – Ψηφιακότητα. Στα υλικά της ΕΕ εκφράζεται η ανησυχία για βασικές αδυναμίες και καθυστερήσεις σε αυτά τα ζητήματα. Επαναλαμβάνονται συνεχώς κάποια σχετικά στοιχεία16 που όμως ερμηνεύονται απλώς ως αδυναμία ανταπόκρισης στις επιταχυνόμενες τεχνολογικές και οικονομικές αλλαγές, ώστε να δικαιολογηθεί με αυτό τον τρόπο η κυρίαρχη πολιτική.

Θα δούμε αναλυτικά σε επόμενο άρθρο τι προβλέπεται στο «Σχέδιο Δράσης για την Ψηφιακή Εκπαίδευση» (Ιανουάριος 2018), που εκπονήθηκε βάσει των αποφάσεων της Συνόδου του Γκέτεμποργκ. Προς το παρόν λέμε α) πως βασικές «προκλήσεις» (μια κωδικοποιημένη έκφραση, που εδώ σημαίνει και «εμπόδια») θεωρούνται η μη αναπτυγμένη διασύνδεση εκπαίδευσης-έρευνας-καινοτομίας και επιχειρήσεων, καθώς και η αργή αντίδραση των σχολικών συστημάτων σε καινοτόμες προσεγγίσεις. β) Ότι την επόμενη διετία θα ληφθεί μέριμνα για συγκεκριμένες πρωτοβουλίες: eTwinning, εκπαιδευτικά μαθήματα, τουλάχιστον τα μισά σχολεία να μετέχουν στην «ψηφιακή εβδομάδα», ενίσχυση των δράσεων του ερευνητικού κέντρου Κιουρί17, ίδρυση ενός σχήματος voucher για την διασυνοριακή ψηφιακή εκπαίδευση σπουδαστών.

Τι σημαίνουν τα παραπάνω; Ότι θα δούμε να «ξεφυτρώνουν» με μεγαλύτερη πυκνότητα σε κάθε σχολείο και σχολή διάφορες φαινομενικά ασύνδετες πρωτοβουλίες, που όμως θα υπάγονται σε ένα κοινό σχεδιασμό με ευρύτερους στόχους, βασικά το «άνοιγμα δουλειών» για τις επιχειρήσεις και την κάλυψη αναγκών σε εξειδικευμένα επαγγέλματα αιχμής. Αυτά όμως περνάνε και μέσα από κάποιες ειδικές προτεραιότητες «τεχνικού» ή πιο πολιτικού χαρακτήρα μέχρι το 2025, όπως η προώθηση της προσωποποιημένης ψηφιακής εκπαίδευσης, η εξασφάλιση ψηφιακής διασύνδεσης μεγάλης ταχύτητας ανάμεσα στα σχολεία, υποτροφίες της ΕΕ για μεταπτυχιακά στις επιστήμες υπολογιστών.

8.Εκπαιδευτικό προσωπικό. Τα μέτρα που πάρθηκαν πρέπει να ειδωθούν σε συνδυασμό με άλλα σχετικά κείμενα της ΕΕ. Στο κείμενο συμβολής βλέπουμε λοιπόν ότι οι εκπαιδευτικοί και η «ποιότητα» διδασκαλίας θεωρούνται παράγοντας-κλειδί, αφού «οι εκπαιδευτικοί διαδραματίζουν τον κεντρικό ρόλο στη διαδικασία της μεταβίβασης δεξιοτήτων, ικανοτήτων και γνώσεων καθώς και στην προώθηση των διεθνών προοπτικών νωρίς στη ζωή ενός νέου … Ωστόσο, πολλοί δάσκαλοι θα συνταξιοδοτηθούν τα επόμενα χρόνια και είναι απαραίτητο να προσελκυστούν στο επάγγελμα αρκετοί ειδικευμένοι άνθρωποι που θα έχουν κίνητρα». Στο επεξηγηματικό υλικό18 εξάλλου τονίζεται ότι «η αμοιβή, το συμβατικό καθεστώς και οι σαφείς προοπτικές σταδιοδρομίας είναι σημαντικές για την ελκυστικότητα του επαγγέλματος … Κατά μέσον όρο, οι εκπαιδευτικοί κερδίζουν 14% λιγότερα χρήματα από τους άλλους εργαζόμενους της ΕΕ με ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης».

Η αναφορά του πρώτου αποσπάσματος στην συνταξιοδότηση απηχεί μια οδυνηρή πραγματικότητα: σε περισσότερες από τις μισές χώρες της ΕΕ υπάρχει σοβαρή έλλειψη διδακτικού προσωπικού, τουλάχιστον σε κάποιες γεωγραφικές περιοχές ή διδακτικά αντικείμενα, εξαιτίας των ολέθριων πολιτικών συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα. Συνεπώς κρίνεται αναγκαίο να αντιμετωπιστεί η μείωση του κύρους του επαγγέλματος και οι ελλείψεις προσωπικού. Στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Σχολική ανάπτυξη και εξαίρετη διδασκαλία για ένα καλό ξεκίνημα στη ζωή» (Μάιος 2017)19 έχουν ήδη δοθεί οι σχετικές κατευθύνσεις, που αφορούν την «βελτίωση» της επιλογής και πρόσληψης δυναμικού, την ελκυστικότητα του επαγγέλματος, την ποιότητα προετοιμασίας και την αρχική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Οι αποφάσεις στο Γκέτεμποργκ κινούνται ακριβώς στα πλαίσια αυτής της ανακοίνωσης, δίνοντας όμως έμφαση στην δημιουργία ελκυστικών προοπτικών για την ένταξη στο επάγγελμα και στα ζητήματα κατάρτισης των εκπαιδευτικών, ενώ επαναλαμβάνουν το τρίπτυχο «αμοιβή – συμβατικό καθεστώς – σαφείς προοπτικές σταδιοδρομίας» για την άνοδο της ελκυστικότητας. Επισημαίνουμε επίσης ότι από παλαιότερα έχει δοθεί και η κατεύθυνση να αυξηθούν οι γυναίκες εκπαιδευτικοί σε συγκεκριμένους κλάδους (υπολογιστές, μαθηματικά κλπ.). Σχετικά δε με την σταδιοδρομία, πριν λίγες μόλις μέρες, στις 22/2/2018, δημοσιοποιήθηκε έκθεση του δικτύου Ευρυδίκη ειδικά για τα ζητήματα καριέρας των εκπαιδευτικών20, με σκοπό την προσφορά στοιχείων «που μπορούν να καθοδηγήσουν την χάραξη πολιτικής και μεταρρυθμίσεων σε αυτούς τους αποφασιστικούς τομείς».

Μήπως λοιπόν θα έχουμε αύξηση μισθών; Θα παρακαλούσαμε τους αγαπητούς αναγνώστες να μην επενδύσουν πολλές ελπίδες σε μία τέτοια προοπτική. Η ΕΕ είναι συνεπής εκφραστής ενός άκρατου ατομικισμού και δεν δίνει εύκολα παροχές «στο χέρι», δεν δεσμεύεται για κάτι τέτοιο: βασικά θεωρεί ότι αρκεί να δοθούν στον καθένα εφόδια δεξιοτήτων, ώστε αυτός να ανταποκριθεί στην οικονομική ζούγκλα στην οποία και η ίδια συντελεί. Ακόμα και όταν αναγνωρίζεται ο ρόλος του μισθού ή η έλλειψη προσωπικού, πάντα οι προτεινόμενες «λύσεις» δεν παραβιάζουν την δημοσιονομική πολιτική και συνοδεύονται από αντιδραστικά μέτρα μεγάλης έκτασης21. Άλλωστε οι σχετικοί πίνακες δείχνουν ότι για τους Έλληνες εκπαιδευτικούς δεν ισχύει το -14%, είναι εξίσου εξαθλιωμένοι με τους υπόλοιπους μορφωμένους στην Ελλάδα και οι μισθοί τους βρίσκονται στο 100% του αντίστοιχου μέσου όρου22.

Από τις αποφάσεις του Γκέτεμποργκ φαίνεται ότι είναι βασικά ζητούμενα για την ΕΕ: α) Η διαμόρφωση σαφών προοπτικών καριέρας, που πρακτικά πρέπει να ερμηνευθεί σαν αλλαγή του σημερινού εργασιακού και συμβατικού status και σημαντική διαφοροποίηση εντός των εκπαιδευτικών. Γι’ αυτό τον λόγο συστήνει την επόμενη διετία να «ενταθεί ο κοινωνικός διάλογος στην εκπαίδευση με ιδιαίτερη επικέντρωση στις καριέρες των εκπαιδευτικών». Πιθανότατα η σημερινή ηγεσία της ΟΛΜΕ θα κληθεί να δείξει την αντίστοιχη «συνετή» και «εποικοδομητική» στάση. β) Η αξιολόγηση και ταυτοχρόνως αλλαγές στον τρόπο και τους όρους πρόσληψης, έχοντας σαν πρόσχημα και την προσέλκυση των ικανότερων στο επάγγελμα. Στην καλλιέργεια κλίματος «αριστείας» συντείνει και η θεσμοθέτηση βραβείου για τον «ευρωπαίο δάσκαλο της χρονιάς»23. γ) Η διαρκής και πολύπλευρη ιδεολογική επίδραση στους εκπαιδευτικούς, ώστε να θεωρούν πως η ΕΕ είναι χρήσιμη και απαραίτητη, να υιοθετούν τις προωθούμενες εκπαιδευτικές προτεραιότητες και αλλαγές στο μάθημα, να δρουν ανάλογα. Συνεπώς, αποφασίστηκαν πολύ αναβαθμισμένα νούμερα-στόχοι για τις εκπαιδευτικές ανταλλαγές μέσω ΕΕ, καθώς και ο στόχος να φτιαχτεί διαδικτυακή Εκπαιδευτική Ακαδημία24.

9.Θέματα πολιτισμού. Ειδικά για την εκπαίδευση, έχει μεγάλη σημασία η κατεύθυνση για την ενίσχυση της «ευρωπαϊκής διάστασης» της διδασκαλίας. Ενδεικτικό του ιδιαίτερου βάρους που αποδίδεται στην συνεισφορά της εκπαίδευσης για τον καθαγιασμό του ρόλου της ΕΕ στις συνειδήσεις των νέων είναι και η άμεση έκδοση της σχετικής σύστασης (τον Ιανουάριο του 2018), όπως ακριβώς εισηγήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Σύνοδο Κορυφής, και την οποία θα εξετάσουμε στο δεύτερο μέρος του παρόντος άρθρου.

Άλλη απόφαση με πιθανά άμεση επίπτωση στα εκπαιδευτικά πράγματα είναι αυτή για την έναρξη μιας ανανεωμένης Στρατηγικής Νεολαιίστικης Συνεργασίας εντός του 2018. Επίσης το Ευρωπαϊκό Έτος Πολιτιστικής Κληρονομιάς (2018), με τη ανάληψη από την Επιτροπή και τα κράτη-μέλη των αναγκαίων μέτρων για την επιτυχία του25.

Πολιτική βούληση – Χρηματοδότηση

Διαχρονικά τονίζεται από ιθύνοντες της ΕΕ ότι ζητήματα όπως ο σχεδιασμός των εκπαιδευτικών συστημάτων, οι μεταρρυθμίσεις, συγκεκριμένη επίλυση προβλημάτων κλπ. εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των κρατών-μελών και η ΕΕ παίζει επικουρικό ρόλο. Παρά την φαινομενική πρωτοκαθεδρία όμως των κρατών-μελών, είναι προφανές πως οι καθορισμένες γενικές κατευθύνσεις δεν μπορούν να παραβιαστούν. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο, καθώς στα βασικά τους σημεία βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με αυτές του ΟΟΣΑ.

Στα κείμενα της ΕΕ αναφέρεται λοιπόν αρκετά λεπτομερειακά τι έχει συγκεκριμένα προχωρήσει σε κάθε τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής. Μάλλον όμως η γενική εντύπωση, που κάποιος αποκομίζει, είναι ότι υπάρχει καθυστέρηση ή, τουλάχιστον, αναντιστοιχία με αυτό που εκτιμάται ως αναγκαίο. Υπάρχουν αρκετές συγκεκριμένες αναφορές στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ΕΕ στην προώθηση των αλλαγών και, συνεπώς, εντατικοποιούνται οι προσπάθειες, λαμβάνονται πολύ συγκεκριμένα μέτρα και, στο μέτρο του δυνατού, μπαίνουν χρονικά όρια για τους στόχους.

Έχει συνεπώς βαρύνουσα σημασία το ότι στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 14-12-2017, εκφράστηκε πολύ ηχηρά η συμφωνία για όλα αυτά και μάλιστα τα θέματα κοινωνικής διάστασης, εκπαίδευσης και κουλτούρας καλύπτουν τις 2,5 από τις 4 σελίδες του κειμένου συμπερασμάτων του Συμβουλίου26. Εκεί τονίστηκε εμφατικά πως «η εκπαίδευση και ο πολιτισμός είναι καθοριστικής σημασίας για την οικοδόμηση κοινωνιών ικανών να εντάσσουν και που θα έχουν συνοχή (inclusive and cohesive societies) και για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς μας» και επιβεβαιώθηκαν οι κατευθύνσεις της Συνόδου Κορυφής. Όσον αφορά ειδικά την εκπαίδευση, ζητήθηκε να εξεταστούν παραπέρα μέτρα για δεξιότητες που συνδέονται με την ψηφιοποίηση, την ασφάλεια του κυβερνοχώρου, την εκπαίδευση στα μέσα επικοινωνίας και την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και «για μια προσέγγιση χωρίς αποκλεισμούς, βασισμένη στη διά βίου μάθηση και με γνώμονα την καινοτομία στην εκπαίδευση και την κατάρτιση». Θα δούμε αργότερα πώς αυτές οι τελευταίες υποδείξεις άρχισαν αμέσως να ενσωματώνονται στις επιμέρους αποφάσεις της ΕΕ.

Οι παροτρύνσεις για εντατική προσπάθεια και πολιτική βούληση για πραγματοποίηση των αλλαγών πάντως δεν αρκούν. Πέραν αυτών, χρειάζονται και πολλά χρήματα27. Πώς θα βρεθούν; Μπαίνει βεβαίως ως στόχος το 5% του ΑΕΠ για την εκπαίδευση, αλλά νομίζουμε πως η ουσία βρίσκεται στους τρόπους και τις πηγές κάλυψης των αναγκαίων ποσών. Για παράδειγμα, διαβάζουμε: «Η εκπαίδευση χρηματοδοτείται κυρίως μέσω δημόσιων δαπανών. Εντούτοις, στο πλαίσιο αυστηρών δημόσιων οικονομικών, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΕ, θα πρέπει επίσης να αξιοποιηθεί το δυναμικό χρησιμοποίησης καινοτόμων μορφών χρηματοδότησης, για παράδειγμα η αξιοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων και η χρήση επενδυτικών εργαλείων όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (π.χ. για την παροχή υψηλής συνδεσιμότητας στα σχολεία) και για ορισμένες μορφές εκπαίδευσης (π.χ. για την προώθηση της συνεργασίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση).»28

Το παραπάνω απόσπασμα περιγράφει μια άλλη βασική πλευρά: την διευκόλυνση-ανάπτυξη της οικονομικής εμπλοκής των ιδιωτών στην εκπαίδευση και την ενεργό ανάμιξη των οικονομικών μηχανισμών της ΕΕ, ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)29. Αξίζει να προσεχθεί και η επιλογή των παραδειγμάτων, που δεν είναι καθόλου τυχαία.

Τι δείχνουν οι αποφάσεις στο Γκέτεμποργκ για την τακτική της ΕΕ στα εκπαιδευτικά θέματα και για ζητήματα ενδεχομένως στρατηγικής σημασίας; Το σίγουρο είναι η επικέντρωση σε συγκεκριμένους άξονες, καθώς και ότι διατυπώθηκαν κατευθύνσεις και άμεσοι – μεσοπρόθεσμοι στόχοι για κάθε τομέα δράσης. Από την μια, υπάρχει στήριξη στις προηγούμενες αποφάσεις και δεν αναιρείται κάτι ουσιαστικό, ενώ συστηματοποιούνται και βαθαίνουν διάφορες ενέργειες που έχουν ήδη ξεκινήσει. Όμως, είναι εμφανή και κάποια πολύ σημαντικά νέα στοιχεία (διαδικασία Σορβόννης, δίκτυο Πανεπιστημίων, έμφαση στα ιδεώδη της ΕΕ κλπ.), όπως και η ιδιαίτερη βαρύτητα που αποκτούν διάφορα θέματα (ψηφιακότητα, δια βίου μάθηση, καινοτομία κλπ.). Όλα αυτά αποτελούν τουλάχιστον την προπαρασκευή για μια νέα κατάσταση, όπου η εκπαίδευση θα είναι κατάλληλη για την απρόσκοπτη και βαριά εκμετάλλευση των εργαζομένων σε όλη την έκταση της ΕΕ, θα είναι πλήρως υποταγμένη στις ανάγκες του κεφαλαίου και η οικονομική διείσδυση των ιδιωτών σε κάθε κερδοφόρα πτυχή της θα είναι αυτονόητο καθεστώς, που μέσα από την συνολική λειτουργία της θα εδραιώνει την πεποίθηση πως η ΕΕ είναι αναγκαία «εκ της ουσίας της» και θα οδηγεί τους εμπλεκόμενους στην εκπαίδευση να αποδέχονται τις (λεγόμενες) «ευρωπαϊκές αξίες».

Στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα ασχοληθούμε με όσα έγιναν τον Ιανουάριο σε εφαρμογή των εκπαιδευτικών αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής και με αρκετά θέματα σχετικά με την χώρα μας. Αυτά θα ρίξουν πρόσθετο φως στην πρακτική σημασία των τεκταινομένων και σε νέα στοιχεία που προκύπτουν.

ΠΗΓΕΣ – ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Πρόκειται για διακήρυξη των ηγετών των 27 κρατών-μελών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

2.Η επίσημη εξαγγελία του είχε ήδη γίνει από το 2015 από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιούνκερ.

3.Future of Europe: Towards a European Education Area by 2025.

4.Για κάποια από αυτά, βλέπε: https://ec.europa.eu/commission/publications/eu-leaders-meeting-educatio…

5.«Ενδιάμεση αξιολόγηση του προγράμματος Erasmus+ (2014-2020)» (Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 31-1-2018). Σύμφωνα με την έκθεση, σε λιγότερο από τρία έτη μετείχαν 1,8 εκατ. άτομα σε δραστηριότητες κινητικότητας και 240.000 οργανισμοί έλαβαν μέρος σε δραστηριότητες συνεργασίας, ενώ πολύ μεγάλα είναι και τα νούμερα και συνολικά για την περίοδο 2007-2016. Ακόμα και αν την θεωρήσουμε υπερβολική στο πρώτο μέρος της, έχει σημασία η διαπίστωση της αξιολόγησης «ότι το Erasmus+ χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης από τους ενδιαφερόμενους φορείς και από το ευρύ κοινό, που αναγνωρίζει το πρόγραμμα ως το τρίτο από τα πιο θετικά αποτελέσματα της ΕΕ».

6.Υψηλοί στόχοι συμφωνήθηκαν και για το Σώμα Ευρωπαϊκής Αλληλεγγύης (European Solidarity Corps, ESC) που ιδρύθηκε το 2016 και ασχολείται με project κοινωνικού χαρακτήρα, στα οποία μετέχουν νέοι 17-30 ετών. Για την πραγματοποίησή τους πρόκειται να διατεθούν 6 δις ευρώ κατά την περίοδο 2021-2027.

7.STEAM = science, technology, engineering, arts, mathematics (επιστήμη, τεχνολογία, μηχανική, τέχνες, μαθηματικά).

8.«Ένας νέος που επιθυμεί να αναγνωρίσει τα προσόντα του ανώτερου δευτεροβάθμιου επιπέδου σε άλλο κράτος μέλος αντιμετωπίζει συχνά εμπόδια. Αυτό συμβαίνει επειδή οι αποφάσεις σχετικά με την πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και τα απαιτούμενα προσόντα για την πρόσβαση σε σπουδές παραμένουν στη διακριτική ευχέρεια ενός πανεπιστημίου» (leaders-working-lunch-mutual-recognition-diplomas_en.pdf). Στο ίδιο υλικό αναφέρεται επίσης η μη-υποχρεωτικότητα (νομικά) του EQF (Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων), ίσως αυτό να υποδηλώνει παρότρυνση ή πρόθεση για νομική τακτοποίηση.

9.leaders-working-lunch-universities_en.pdf

10.Βλέπε και το leaders-working-lunch-school-european-transnational-governance_en.pdf. Εκεί αναφέρεται ότι πριν το τέλος του 2017 θα είχαν εκπονηθεί πρακτικές οδηγίες για την μελλοντική δράση της σχολής, όμως δεν διαθέτουμε σχετικά στοιχεία.

11. eaders-working-lunch-language-learning_en.pdf

12. Strengthening European Identity through Education and Culture etc., pp.7-8.

13. Αυτό τάχα δικαιολογείται και από την επισκόπηση του PISA, καθώς υποτίθεται ότι όσοι δεν έχουν προ-πρωτοβάθμια εκπαίδευση έχουν 3 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να είναι «χαμηλοί εκτελεστές» (low-performers) όταν γίνουν 15 χρονών. Εκ πρώτης όψεως το αποτέλεσμα μοιάζει «μαγειρεμένο», πιο εντυπωσιακή όμως είναι η αντίληψη που βλέπει τους μαθητές απλώς ως «εκτελεστές».

14. Βρίσκεται στο http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=OJ:JOC_2016_484_R_0001, όπου είναι διαθέσιμη και σε ελληνική μετάφραση. Η μεθοδολογία της βοηθά και στην καλύτερη κατανόηση των αλλαγών στα συστήματα αξιολόγησης των μαθητών και την εξειδικευμένη μάθηση (βλέπε σχετικά το κείμενο «The Upskilling Pathways Recommendation: the key ideas»).

15.Η συμμετοχή της ΕΕ στην προώθηση αυτού του θέματος θα αναβαθμιστεί και συγκεκριμένα: «Η Επιτροπή θα παράσχει στήριξη στα κράτη μέλη προσδιορίζοντας μοντέλα ορθής πρακτικής και ενισχύοντας την καθοδήγηση, την τεχνική βοήθεια και την αμοιβαία πληροφόρηση (μέσω της
Πλατφόρμας Έξυπνης Εξειδίκευσης ή της Υπηρεσίας Υποστήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων).» (leaders-working-lunch-lifelong-learning_en.pdf).

16.Π.χ. λένε ότι το 44% των πολιτών δεν διαθέτουν «βασικές ψηφιακές δεξιότητες», ότι το 90% των μελλοντικών επαγγελμάτων θα απαιτούν ψηφιακή κατάρτιση κάποιου επιπέδου, ότι το 65% των παιδιών που σήμερα εισάγονται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση θα καταλήξουν να εργάζονται σε επαγγέλματα που σήμερα δεν υπάρχουν. Δεν γνωρίζω την ακριβή μέθοδο εξαγωγής των νούμερων, αν προκύπτουν κάπως αυθαίρετα. Τα προβλημάτων που περιγράφουν, όμως, στην πραγματικότητα οφείλονται σε εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού, οξύνονται από την δομική κρίση του και αποτελούν επιμέρους εκδηλώσεις του ασύμβατού του με τις σύγχρονες ανάγκες και τα δικαιώματα των νέων.

17.Ήδη τα ποσά για την επιχορήγηση μεταδιδακτορικών ερευνών και καινοτόμων δράσεων από το ίδρυμα Κιουρί στα πλαίσια του Horizon 2020 διαμορφώθηκαν στα 248 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 30 εκατ. από την προηγούμενη πρόσκληση. Επίσης, θα διατεθούν άλλα 80 εκατ. ευρώ από μέρους του Ιδρύματος σε συγχρηματοδοτήσεις διδακτορικών και μεταδιδακτορικών προγραμμάτων (Δελτίο τύπου της 29/1/18, https://ec.europa.eu/info/news/daily-news-29-01-2018-2018-jan-29_en).

18. leaders-working-lunch-teachers_en.pdf

19.«School development and excellent teaching for a great start in life», διαθέσιμη και στα ελληνικά:

http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?qid=1496304694958&uri=COM…

20.Teaching Careers in Europe: Access, Progression and Support.

21.Η ανακοίνωση του Μαΐου 2017 ασχολείται επίσης με την σχολική «αυτονομία», την συνεργασία με τον ΟΟΣΑ, την «βέλτιστη χρήση των περιορισμένων πόρων». Στην προαναφερθείσα μελέτη του Ευρυδίκη εξετάζονται π.χ. οι εναλλακτικές ευέλικτες και σύντομες μέθοδοι πιστοποίησης εκπαιδευτικής επάρκειας, θεωρούμενες ως θεμιτό μέσο αντιμετώπισης της έλλειψης προσωπικού.

22.Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ, η Ελλάδα και η Ιρλανδία είναι οι μόνες χώρες της ΕΕ που υπήρξε μείωση της αγοραστικής δύναμης των εκπαιδευτικών για το διάστημα 2009-2016, φτάνοντας μάλιστα το 25%. Σημειωτέον ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί υπέστησαν μείωση αγοραστικής δύναμης και κατά το διάστημα 2000-2009, συνοδευόμενοι σε αυτό μόνο από τους Γάλλους συναδέλφους τους (Teacher’s and school heads’ salaries and allowances in Europe 2015/16, p.p. 10-11). Βεβαίως η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη από τα επίσημα στοιχεία, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

23.Σε ανάλογο πνεύμα, αλλά με κάποιες ιδιαιτερότητες, κινείται και η έκθεση «Study on Governance and Management Policies in School Education Systems – Final Report» που ετοιμάστηκε από τον ICF και εκδόθηκε από την ΕΕ τον Νοέμβριο του 2017 (βλέπε σελίδες 72-73).

24.Επίσης, είναι σαφής η τάση να ορίζονται πλέον πολύ συγκεκριμένα μέτρα «διαμόρφωσης» των εκπαιδευτικών για κάθε ζήτημα και δράση, αυτό που συνήθως στα κείμενα της ΕΕ αποκαλείται «ενίσχυση των εκπαιδευτικών». Πάντα ορίζονται μέτρα και για την «ενίσχυση» των στελεχών.

25.Η επίσημη έναρξη του Έτους έγινε στις 31 Γενάρη στις Βρυξέλλες και μετείχαν ο Γιούνκερ και το Σώμα των Επιτρόπων (https://ec.europa.eu/commission/news/annee-europeenne-du-patrimoine-cult…). Όπως αναφέρεται, μετείχαν «κατόπιν προσκλήσεως του δημάρχου της πόλης», λες και υπήρχε περίπτωση να τους αποκλείσει από τις εναρκτήριες εκδηλώσεις!

26.Αυτό είναι ενδεικτικό, αν και η σημασία μιας απόφασης δεν μετριέται πάντα σε σελίδες. Οι (πολύ σημαντικές) αποφάσεις του Συμβουλίου για την ασφάλεια και την άμυνα καλύπτουν μία σελίδα, ενώ η θέση για την Ιερουσαλήμ διατυπώθηκε σε μόλις δύο γραμμές.

27.«Η πολιτική φιλοδοξία θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τα μέσα δράσης και κατά συνέπεια θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στις μελλοντικές συζητήσεις για τα οικονομικά της ΕΕ» (Strengthening European Identity through Education and Culture – EC’s contribution, page 11)

28.ibid, page 12.

29.Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (EFSI), πιο γνωστό στην Ελλάδα ως σχέδιο Γιούνκερ, συστάθηκε εντός της ΕΤΕπ με δηλωμένο σκοπό, βάσει του Κανονισμού 2015/1017 της ΕΕ, την επίλυση δυσχερειών στην χρηματοδότηση και υλοποίηση «παραγωγικών και στρατηγικών επενδύσεων εντός της ΕΕ» και την διασφάλιση πρόσβασης σε χρηματοδότηση σε επιχειρήσεις μεσαίας κεφαλαιοποίησης. Οφείλει να είναι συνεπές με τις πολιτικές της ΕΕ, να συντελεί στην υλοποίηση των προγραμμάτων της σε επιλεγμένους τομείς, ενώ ασχολείται με ιδιωτικές επενδύσεις υψηλότερου ρίσκου σε σχέση με αυτό των συνήθων πράξεων της ΕΤΕπ. Ήδη από αυτά τα κριτήρια, γίνεται φανερός ο ταξικός του ρόλος.

Πηγή: Σελιδοδείκτης