Δημοσιεύθηκε στην Απόψεις,Αναδημοσίευση

«Διαίρει και βασίλευε». Για πόσο ακόμα θα το επιτρέπουμε;


Γράφει η Ολυμπία Ζαραμπούκα*

Στην παρούσα χρονική συγκυρία για τα εκπαιδευτικά πράγματα, ίσως είναι πιο πολύ επίκαιρη από ποτέ η γνωστή στην πολιτική ιστορία φράση «διαίρει και βασίλευε». Προτού εξηγήσουμε όμως το γιατί, σκόπιμο είναι να κάνουμε μία ιστορική αναφορά στην προέλευση και σημασία της φράσης αυτής, προκειμένου να γίνει κατανοητή η επικαιρότητά της.

Την  φράση αυτή διατύπωσε για πρώτη φορά ο γνωστός Ιταλός στοχαστής Νικολό Μακιαβέλι στο έργο του «Ηγεμόνας». Ο Μακιαβέλι ανήκει στην εποχή της Αναγέννησης, ήταν σπουδαίος διπλωμάτης και πολιτικός και έχει διχάσει για την αξία του. Τα διδάγματά του ακολούθησαν πολλοί, όπως άλλωστε μαρτυρεί και ο καθιερωμένος όρος «Μακιαβελισμός» που σημαίνει την καταχθόνια και ύπουλη σατανικότητα και μηχανορραφία. Ακριβώς, γι’ αυτό το λόγο οι αντίπαλοί του πίστευαν πως ήταν ο διπλωμάτης της πολιτικής ανηθικότητας και του κυνισμού στον τρόπο του διοικείν και φέρεσθαι.

Βασική λοιπόν αρχή για να χειραγωγήσεις την κοινωνία είναι η αρχή του «διαίρει και βασίλευε». Είναι παλιά αυτή η «συνταγή» και απολύτως αποτελεσματική. Στρέφεις ένα μέρος της κοινωνίας εναντίον του άλλου, «ποδοσφαιροποιείς» κοινωνικές ή επαγγελματικές τάξεις και το πεδίο είναι ελεύθερο να κάνεις ό,τι θέλεις την ώρα που οι άλλοι θα παίζουν το παιχνίδι των «καλών» και των «κακών».

Η παραπάνω αναφορά και ερμηνεία ίσως μας κάνει λίγο πιο εύκολη την κατανόηση της κατάστασης που ζούμε αυτές τις ημέρες ως εκπαιδευτικοί και καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Συγκεκριμένα είναι ακόμα πρόσφατες οι ρυθμίσεις για το υποχρεωτικό τριαντάωρο, την μη προσμέτρηση της ώρας σίτισης στο διδακτικό μας ωράριο, την δυνατότητα ανάθεσης των μαθημάτων εκπαιδευτικών ειδικοτήτων σε δασκάλους σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 79/2017, η αύξηση του υποχρεωτικού διδακτικού μας ωραρίου και άλλα πολλά. Οι ρυθμίσεις για την ειδική αγωγή, το ολοήμερο δημοτικό και νηπιαγωγείο, τις επιλογές στελεχών της εκπαίδευσης. Είναι ακόμα νωπές οι μνήμες των υποχρεωτικών μετατάξεων του Ν 4172/2013. Είναι ανοιχτές οι πληγές της αδιοριστίας και της επακόλουθης έλλειψης μεταθέσεων, οι συγχωνεύσεις σχολείων, η αύξηση μαθητών ανά τμήμα. Είναι προ των πυλών η εφαρμογή των διατάξεων για την αξιολόγηση εν μέσω ενός θολού τοπίου τόσο για την διαδικασία που θα ακολουθηθεί όσο και για το αποτέλεσμα που αυτή θα επιφέρει. Συγχωρείστε με εάν ξεχνώ κάποια ακόμα μέτρα δυσβάστακτα για κάποιες συγκεκριμένες ομάδες ή κλάδους των συναδέλφων μου, μονίμων ή και αναπληρωτών, εδώ είμαστε για να μας τα μεταφέρετε και να τα αναδείξουμε.

Δεν νομίζετε ότι όλα τα παραπάνω είναι πολλά για τόσο μικρό χρονικό διάστημα για να τα χωνέψουμε χωρίς κάποια ειδική στρατηγική εκ μέρους των διοικούντων; Λίγη περισσότερο εμβάθυνση θα μας βοηθούσε να διακρίνουμε ποια μέσα και ποια πολιτική μετέρχονται για να περάσουν όλα τα αντιεκπαιδευτικά και εν πολλοίς αντιπαιδαγωγικά μέτρα, με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις. Είναι για μία ακόμα φορά η στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε», αυτή η τόσο αποτελεσματική τακτική, όπως έχει πλέον ιστορικά αποδειχθεί.

Επιτρέψτε μου να αρχίσω την αναφορά μου, στην προσπάθειά μου να αποδείξω την χρησιμοποίηση της παραπάνω διχαστικής τακτικής σε όλες τις υποθέσεις που σαν εκπαιδευτικούς μας απασχολούν, από το ζήτημα των υποχρεωτικών μετατάξεων, που είχα την ευκαιρία να ζήσω από πολύ κοντά, έχουσα την τιμή να είμαι μέλος της συντονιστικής επιτροπής των μεταταγμένων εκπαιδευτικών ειδικοτήτων από την δευτεροβάθμια στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση του Ν. 4172/2013.

Κατ’ αρχήν ο διχασμός μας και η διαίρεσή μας εκ μέρους του υπουργείου, αλλά και δυστυχώς εκ μέρους πολλών εκ των συνδικαλιστών μας είτε ατομικά είτε και παραταξιακά και το χειρότερο εκ μέρους του προεδρείου της Δ.Ο.Ε., σε μεταταγμένους εκπαιδευτικούς των κοινών και των μη κοινών ειδικοτήτων, δηλαδή σε εκπαιδευτικούς των κλάδων φυσικής αγωγής, μουσικής και αγγλικής που προϋπήρχαν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και πριν τις υποχρεωτικές μετατάξεις και σε εκπαιδευτικούς πληροφορικής, γαλλικής , γερμανικής, εικαστικών και θεατρικής αγωγής που πρωτοεισέρχονταν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση με τις υποχρεωτικές μετατάξεις. Ποιος από τους εμπλεκομένους μπορεί να ξεχάσει, έστω και μετά τόσα χρόνια, όταν τέθηκε θέμα ανάκλησης συλλήβδην όλων των μετατάξεων, τον ύπουλο διαχωρισμό μας σε κοινές και μη κοινές ειδικότητες, δηλαδή σε «κακές» και «καλές» ειδικότητες, διότι οι πρώτες θίγουν συναδέλφους στην προσπάθειά τους να μετατεθούν, ενώ οι δεύτερες είναι καλοδεχούμενες στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, διότι δεν «ενοχλούν» κανέναν. Για το ποιος, με ονοματεπώνυμο, ακολούθησε αυτή την τακτική εκτός από το υπουργείο, το οποίο με τις διάφορες χρονικά ενδιάμεσες εγκυκλίους του για τις μεταθέσεις, έβαλε και την «βούλα» με το γράμμα του νόμου στην διαίρεση αυτή, έχουμε πολλές φορές αναφερθεί ως συντονιστική επιτροπή και δεν είναι του παρόντος να ξαναθίξουμε, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι, εάν και όταν χρειαστεί, δεν είμαστε εύκαιροι να σας θυμίσουμε.

Βέβαια δεν θα παραλείψω στην υπόθεση αυτή των μετατάξεων, να αναφερθώ και στο μέγα χάσμα που δημιούργησε αυτή η αναίσχυντη πρακτική του «διαίρει και βασίλευε» και μεταξύ των λεγομένων προϋπαρχόντων στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση εκπαιδευτικών των κοινών ειδικοτήτων, δηλαδή φυσικής αγωγής, μουσικής και αγγλικής και των υποχρεωτικώς μεταταγμένων των ίδιων ειδικοτήτων, στο μίσος που άναψε και σιγοκαίει ακόμα μεταξύ τους, στον βωμό μικροκομματικών και ψηφοθηρικών συμφερόντων, βλέπε προεκλογικές υποσχέσεις Κουράκη περί ακύρωσης όλων των υποχρεωτικών μετατάξεων και ικανοποίησης μαζικών μεταθέσεων, ενώ αυτό ήταν και νομικά αλλά και κοινωνικά αδύνατον να γίνει και αυτό ήταν από τότε γνωστό στους υποσχόμενους πολιτικάντηδες. Όμως το επιθυμητό αποτέλεσμα για τους «ηγεμόνες», ας μου επιτραπεί η μακιαβελική αναφορά, επετεύχθει: Οι εκπαιδευτικοί έχασαν το δάσος και κοίταξαν το δέντρο, αγνόησαν την επιδίωξη του κοινού σκοπού, της απόδοσης οργανικών θέσεων σε όλους τους εκπαιδευτικούς ειδικοτήτων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τις μεταθέσεις μέσω των διορισμών και επικεντρώθηκαν άσκοπα στην επιδίωξη μικροσυμφεροντολογικών και μικροομαδικών εξυπηρετήσεων, ακύρωση μετατάξεων συναδέλφων με ταυτόχρονη μετάθεση των ιδίων. Έτσι το υπουργείο έμενε ήσυχο από ενοχλητικές διεκδικήσεις περί διορισμών και μεταθέσεων και απόδοσης οργανικών θέσεων μέσω οριστικών τοποθετήσεων, απολαμβάνοντας, σαν τον Ξέρξη την ναυμαχία της Σαλαμίνας, το θέαμα του σπαραγμού συναδέλφων μεταξύ τους, με ατέρμονους δικαστικούς αγώνες, ανοιχτές επιστολές, εξώδικα, διαδικτυακές αντεγκλήσεις και άλλα.

Έρχομαι τώρα και σε όλα τα άλλα που έχουν γενικότερο ενδιαφέρον γιατί δεν αφορούν μονάχα κάποιες χιλιάδες μεταταγμένους συναδέλφους αλλά το σύνολο του εκπαιδευτικού προσωπικού. Συγκεκριμένα ας πάρουμε πρώτα το ζήτημα της ανάθεσης μαθημάτων των ειδικοτήτων φυσικής αγωγής, καλλιτεχνικών, θεατρικής αγωγής και μουσικής, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 79/2017 και σε δασκάλους. Το υπουργείο με τον τρόπο αυτόν θέλησε για μία ακόμα φορά να επιτύχει την περιβόητη εξοικονόμηση με τον μη διορισμό είτε μονίμων είτε και αναπληρωτών εκπαιδευτικών των ειδικοτήτων αυτών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πώς άραγε θα επιτευχθεί αυτό ξεσηκώνοντας ισχνές και μεμονωμένες αντιδράσεις; Μα πάλι με την τακτική του «διαίρει και βασίλευε». Πάρε δάσκαλε εσύ τώρα ώρες για να συμπληρώσεις το ωράριό σου και μη λογαριάζεις τον συνάδελφό σου των αντίστοιχων ειδικοτήτων που θα αντιμετωπίζει ακόμα πιο επιτακτικά, αυτός που δεν έχει διοριστεί την αδιοριστία, αλλά και αυτός που είναι μόνιμος την αγωνιώδη προσπάθεια να συμπληρώσει το υποχρεωτικό διδακτικό του ωράριο. Δεν θα επεκταθώ αναφέροντας τις δυσάρεστες συνέπειες που αυτή η τακτική θα έχει στο επίπεδο της εκπαίδευσης των ελληνόπουλων, διότι άλλος είναι ο σκοπός του άρθρου, αλλά δεν είμαι και η πλέον ειδική για να το αναδείξω σε όλες του τις πτυχές.

Στα υπόλοιπα καυτά ζητήματα των απολύσεων, συγχωνεύσεων σχολείων, αύξηση υποχρεωτικού διδακτικού και εκπαιδευτικού ωραρίου, το υπουργείο χρησιμοποίησε την ίδια τακτική όχι στο επίπεδο των τάξεων των εκπαιδευτικών αλλά στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο των εργαζομένων: Οι εκπαιδευτικοί που δεν εργάζονται πολύ, που λουφάρουν, που πληρώνονται ικανοποιητικά σε σχέση με άλλους υπαλλήλους ιδίως σε σχέση με άλλους εκπαιδευτικούς του ιδιωτικού τομέα. Αυτοί λοιπόν οι εκπαιδευτικοί είναι οι κακοί και αχόρταγοι εργαζόμενοι και οι άλλοι είναι οι καλοί που αντέχουν όλα τα δεινά και επομένως μην στηρίζετε τους κακούς αλλά κοιτάτε τα δικά σας. Κάπως έτσι περνούν και χωνεύονται αδιαμαρτύρητα όλα τα αντιεκπαιδευτικά μέτρα που ανέφερα παραπάνω.

Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητη μία επισήμανση που θα μπορούσε κανείς να μου απευθύνει με τη μορφή του ερωτήματος: «Καλά τα λες και εσύ και άλλοι συνάδελφοι όχι μόνο απλοί συνάδελφοι αλλά και σεβαστοί συνδικαλιστές και φορείς των επιστημονικών ενώσεών μας, αλλά τι προτείνεις και εσύ και όλοι να γίνει; Πώς να αντιμετωπίσουμε την ανήθικη αυτή τακτική που μας διαιρεί και μας καθηλώνει;».

Απόλυτο δίκαιο θα έχει όποιος συνάδελφος κάνει αυτή την ερώτηση και ο εκπαιδευτικός κόσμος διψά για μία απάντηση. Πιστεύω ότι έχουν κουραστεί οι συνάδελφοι από τις ατέρμονες διαπιστώσεις για το καταθλιπτικό σκηνικό που έχει στηθεί στον χώρο της εκπαίδευσης και περιμένει με αγωνία μια κατεύθυνση, μία απάντηση, μία ελπίδα, μία ακτίνα φωτός στο θολό και ομιχλώδες τοπίο.
Δεν έχω ασφαλώς το ανάστημα ούτε το πνευματικό αλλά ούτε και το παιδαγωγικό να προτείνω τρόπους και δράσεις δραπέτευσης από την διχαστική και ανήθικη τακτική του «διαίρει και βασίλευε» που χρησιμοποιείται εναντίον μας, αλλά πιστεύω πως από την πείρα που έχω αποκομίσει με την ενασχόλησή μου όλα αυτά τα χρόνια με τα κοινά προβλήματα και υποθέσεις των συναδέλφων μου, αλλά και από την καθημερινή μου τριβή με το σχολείο και την περιστρεφόμενη γύρω από αυτό κοινωνία, δικαιούμαι να εκφέρω και εγώ την άποψή μου πιστεύοντας ότι ίσως μπορεί να συνεισφέρει και αυτή στον κοινό μας αγώνα και τις κοινές μας επιδιώξεις.
Ξεκινώ λοιπόν την πρότασή μου με την αποδοχή του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν ανεξάρτητοι άνθρωποι αλλά υπάρχουν ανεξάρτητες απόψεις. Κανένα από τα πρόσωπα που ασχολούνται με τα κοινά των εκπαιδευτικών είτε υπό την σκέπη συνδικαλιστικών φορέων είτε υπό την σκέπη επιστημονικών ενώσεων δεν είναι ανεξάρτητος άνθρωπος, όλοι επηρεάζονται από τα προσωπικά και πολιτικά τους πιστεύω και ως εκ τούτου διαχωρίζουν την θέση τους και την άποψή τους από τους άλλους ανάλογα με τα πιστεύω τους αυτά, έστω και αν το θέμα για το οποίο προτείνουν λύσεις είναι στην ουσία γενικού ενδιαφέροντος και αφορά τους πάντες. Παράδειγμα οι συνδικαλιστικοί μας εκπρόσωποι: Για όλα τα παραπάνω θέματα θα δείτε εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις από τις παρατάξεις, άλλες θα σιωπούν, άλλες θα επικροτούν και άλλες θα στηλιτεύουν τις ρυθμίσεις του υπουργείου, γεγονός που αναδεικνύει την ύπαρξη του άκρατου κομματισμού.

Αν όλοι μας παραθέσουμε την προσωπική μας άποψη και πρόταση υπό το πρίσμα ατομικών και παραταξιακών συμφερόντων μας, δεν θα καταλήξουμε πουθενά αντίθετα θα ρίξουμε και άλλο νερό στο μύλο του «διαίρει και βασίλευε». Αυτό που όλοι θα πρέπει να αναδείξουμε είναι η ανεξάρτητη άποψη απρόσωπα και ανεπηρέαστα. Όλοι να βάλουμε στην άκρη τα προσωπικά μας συμφέροντα και επιδιώξεις και να προτάξουμε το γενικό καλό, το οποίο πάντα υπάρχει για όλους τους συναδέλφους σε όλα τα παραπάνω αναφερόμενα ζητήματα.

Έτσι πιστεύω πως θα έχουμε ελπίδα και θα δούμε επιτέλους λίγο φως στην ομίχλη. Συνάδελφοι ενωθείτε και προτάξετε αυτά που πραγματικά πιστεύετε ότι ο καθένας από εσάς θα επιδίωκε: Οργανικές θέσεις για όλους, διορισμοί, μεταθέσεις, ανθρώπινα ωράρια, εξειδίκευση στην διδασκαλεία των μαθημάτων και άλλα πολλά που θα πρέπει να ενδιαφέρουν όλους μας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλα αυτά δεν «κομίζουν γλαύκαν εν Αθήναις» δηλαδή μας τα έχουν πει και άλλοι και ειδικότερα οι συνδικαλιστές μας συνεχώς τα περιγράφουν.

Σωστά, συνεχώς τα περιγράφουν αλλά έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος με τον οποίον το κάνουν: Σαν τα ψιλά γράμματα στις συμβάσεις των δανείων, σαν δηλαδή να εννοούνται και όπως γνωρίζετε τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Αυτό ακριβώς λέω: Τα φλέγοντα ζητήματά μας έχουν πλέον θεωρηθεί τόσο αυτονόητα που έχουν εξαφανισθεί από τους αγώνες και τις διεκδικήσεις μας, έχουν αποκτήσει πλέον μία χλιαρή και άχρωμη αναφορά σε κάθε τσιτάτο κάθε εκπροσώπου μας προς κάθε αρχή και φορέα εξουσίας. Είναι σαν να λένε: «κοιτάξτε αυτά τα ζητάμε αλλά γνωρίζουμε ότι δεν μπορούν να γίνουν όμως είμαστε υποχρεωμένοι να τα θέσουμε». Είναι σαν να κάνουν καταναγκαστικό έργο.

Όχι κύριοι μην κοιτάτε το δέντρο και χάνετε το δάσος. Αυτά είναι τα θέματα που μας πονούν και αυτά τα αιτήματά μας ζητάμε να ικανοποιηθούν και το βροντοφωνάζουμε.

Ολυμπία Ζαραμπούκα

Εκπαιδευτικός Φυσικής αγωγής