Δημοσιεύθηκε στην Απόψεις,Αναδημοσίευση

ΝΔ για την εκπαίδευση: «Προχωρήστε σε όσα ζητάει ο ΟΟΣΑ»


«Ναι» στις συγχωνεύσεις – «ναι» στο 30ωρο στην εκπαίδευση

     Όπως είναι ήδη γνωστό, η Νέα Δημοκρατία  ψήφισε “ναι”, στη Βουλή , στις τροπολογίες  (άρθρα 244, 245, 246) του υπουργείου Παιδείας   για το υποχρεωτικό 30ωρο και τις συγχωνεύσεις.
Τυχαίο ή συγκυριακό; Κάθε άλλο!  Όταν πριν από λίγο καιρό  ο ΟΟΣΑ έδωσε στη δημοσιότητα την έκθεση «Education at a Glance 2015», ο Θεόδωρος Φορτσάκης, βουλευτής Επικρατείας και τομέαρχης Παιδείας εκείνη την περίοδο, της Ν.Δ., με αφορμή τη συγκεκριμένη έκθεση, παρέθετε τα παρακάτω «στοιχεία»:     1. «Στην Ελλάδα, η σχολική τάξη είναι μικρότερη, περιλαμβάνοντας 17 μαθητές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και 22 μαθητές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση».
2. «Σε σχέση με τις ώρες διδασκαλίας των εκπαιδευτικών, κατά τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ ο εκπαιδευτικός διδάσκει ετησίως 772 ώρες στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, 694 ώρες στις πρώτες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 643 ώρες στις τελευταίες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
3. «Στην Ελλάδα, στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ο εκπαιδευτικός διδάσκει ετησίως 569 ώρες και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση 415 ώρες. Έτσι, η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με τις λιγότερες ώρες διδασκαλίας για τους διδάσκοντες».
Παράλληλα, απηύθυνε προς τον υπουργό Παιδείας την εξής ερώτηση: «Σε ποιες συγκεκριμένες ενέργειες πρόκειται να προβεί το υπουργείο Παιδείας για την αξιοποίηση των δεδομένων της πρόσφατης έκθεσης του ΟΟΣΑ για την Παιδεία μας, με σκοπό την ανάταση του εκπαιδευτικού συστήματός μας, ιδίως ενόψει των χιλιάδων κενών που υπάρχουν ακόμη στα σχολεία;»
Ο Θ. Φορτσάκης, μέσω της ερώτησής, του αυτής έλεγχε ουσιαστικά το υπουργείο Παιδείας, γιατί δεν αυξάνει το ωράριο των εκπαιδευτικών, γιατί δεν προχωρά σε συγχωνεύσεις σχολείων και γιατί δεν αυξάνει τους μαθητές ανά τμήμα έτσι ώστε να ευημερήσουν οι δείκτες και τα στατιστικά που παραθέτει η έκθεση του ΟΟΣΑ.
Τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε,  η ΝΔ ξεπέρασε  τις προτεραιότητες που συνήθως υπάρχουν στην έναρξη της σχολικής χρονιάς! Η ανησυχία της Τομεάρχου Παιδείας Νίκης Κεραμέως, ως καθαρόαιμου τοποτηρητή του νεοφιλελεύθερου ΟΟΣΑ και των θεσμών, ήταν αν «θα υλοποιηθεί φέτος η αυτοαξιολόγηση των Σχολικών Μονάδων» η οποία, όπως λέει, έχει συμφωνηθεί με τους «Θεσμούς».

 Ο Κυριάκος έχει …σχέδια!

     Παράλληλα δεν έχει περάσει μεγάλο διάστημα από τότε που  ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκης ζήτησε οι καθηγητές των ΑΕΙ να μπορούν να ιδρύουν επιχειρήσεις.
Μιλώντας, μάλιστα, σε πρωτοετείς δημόσιου πανεπιστημίου εκθείασε τις αρετές των ιδιωτικών πανεπιστημίων και λίγο αργότερα πρότεινε τα σχολεία να μην είναι υπό την εποπτεία της Πολιτείας αλλά να είναι αυτόνομα.
Την ίδια περίπου περίοδο, στην ομιλία του,  από το βήμα της 82ης Δ.Ε.Θ. στη ΔΕΘ, ο Πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης ξεπέρασε τον εαυτό του.
Ανέφερε συγκεκριμένα: «Αξίζουμε αυτόνομα και δημιουργικά σχολεία. Με ελευθερία στην οργάνωση, τη διαχείριση πόρων, την επιλογή διδακτικού προσωπικού. Αλλά και ελευθερία στην κατάρτιση προγράμματος σπουδών και επιλογή διδακτικών μεθόδων. Με αξιολόγηση παντού».
Η λεγόμενη αυτονομία της σχολικής μονάδας, η διαφοροποίηση στο ίδιο το περιεχόμενο του σχολείου, η μετατροπή των σχολείων σε οικονομικές μονάδες που θα προσπαθούν να εξασφαλίσουν το «ψωμί» τους μόνες τους (προφανώς από τους γονείς ή από κάποιους χορηγούς), η  λεγόμενη «ελεύθερη επιλογή» του διδακτικού προσωπικού (που σημαίνει εδραίωση μηχανισμών ρουσφετιού),  μαζί με την ενίσχυση του ρόλου της γονεϊκής επιλογής, της δυνατότητας δηλαδή των γονιών να επιλέξουν σχολείο, αποτελούν τη «χημεία» της αποδόμησης του δημόσιου χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος.
Παράλληλα, η ανάθεση μεγάλου μέρους της ευθύνης για τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία, τους προσανατολισμούς κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος στο εκπαιδευτικό προσωπικό, στους εκπαιδευόμενους, στους γονείς, στην «τοπική κοινωνία» και στους «παραγωγικούς φορείς», είναι φανερό ότι καλλιεργεί την τάση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των «πελατών», αφού η συντήρηση ή η ανάπτυξή τους εξαρτώνται άμεσα από τη «ζήτηση» των εκπαιδευτικών «προϊόντων» τους.
Η παιδαγωγική και η διδακτική οδηγούνται να υποταχθούν σε μια νέα αντίληψη, που έχει σχέση περισσότερο με την επιχειρηματική λογική, αφού το σχολείο θα λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και πρέπει να προσαρμόζει τη λειτουργία του σ’ αυτήν την προοπτική.
Στο όνομα του «αποτελεσματικού σχολείου» και του ανταγωνισμού με βάση τα κριτήρια της αγοράς, είναι ορατός ο κίνδυνος δημιουργίας σχολείων πολλών και διαφορετικών ταχυτήτων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία γκρίζων μορφωτικών ζωνών στις ήδη γκρίζες κοινωνικές περιοχές.

Το όραμα της ΝΔ για την Παιδεία
Πελάτες ή μαθητές; Ο κ. Μητσοτάκης από το βήμα του 10ου Συνεδρίου του κόμματος του ήταν σαφής για το πώς εννοεί τη δική του μεταρρύθμιση στο χώρο της παιδείας: «Μία παιδεία βασισμένη στον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ πολλαπλών επιλογών με γνώμονα πάντα την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών σκεπτόμενοι πρώτα από όλα, τους μαθητές, τους πραγματικούς πελάτες της παιδείας».
Πώς το είπε ο κ. Μητσοτάκης; Τι είναι οι μαθητές; Πελάτες λέει. Οι μαθητές είναι οι πελάτες των σχολείων. Δεν υπάρχει, πιο χαρακτηριστική φράση δυσφήμισης της εκπαίδευσης, όταν ο μαθητής μετατρέπεται σε καταναλωτή, σε πελάτη, και όταν η μόρφωση υποβαθμίζεται σε αγοραία διαδικασία και εμπόρευμα. Και αυτό δεν ειπώθηκε από τον κ. Μητσοτάκη, «εν τη ρύμη του λόγου του» σε συνέντευξη τύπου, ειπώθηκε με το βάρος της Εισηγητικής Ομιλίας του, στο 10ο Συνέδριο της Ν.Δ.
Και κάνουμε αυτή την επισήμανση γιατί αν γνωρίζει κανείς, στοιχειωδώς, τις απόψεις για την εκπαίδευση της ΝΔ και του Προέδρου της καταλαβαίνει αμέσως ότι όσα είπε ο τελευταίος «για τους μαθητές – πελάτες» κάθε άλλο παρά «ανορθογραφία» αποτελούν στο όραμά του για την παιδεία.
Επιδέξια και αθόρυβα, με τη βοήθεια του τακτοποιημένου λόγου μιας νέας (;) μεταρρυθμιστικής σταυροφορίας, όπου σκόπιμα έχει υποκατασταθεί η αναζήτηση των αιτιών από τη διαπίστωση των αποτελεσμάτων, όλος ο προβληματισμός μοιάζει με τη θεωρία του πεπρωμένου στη θρησκευτική σκέψη, όπου οι άνθρωποι αναφωνούν «είναι θέλημα θεού» για να εξηγήσουν ή να δικαιολογήσουν μια ορισμένη εξέλιξη των πραγμάτων: η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης είναι η λύση! Στο πλαίσιο αυτό οι εκπαιδευτικοί πρέπει να μεταλλαχθούν σε κακοπληρωμένους τεχνικούς και οι μαθητές και οι γονείς τους σε πελάτες.
Kάτω από την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού σχεδιάζεται και υλοποιείται μια εκπαιδευτική πολιτική σύμφωνα με την οποία το σχολείο λειτουργεί με τα βασικά χαρακτηριστικά μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης, μετατρέποντας ουσιαστικά τη γνώση σε εμπόρευμα. Όλα μετριούνται. H γνώση κατέχεται και ελέγχεται, αγοράζεται και πωλείται. Oι επιδόσεις των υποκειμένων της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων χρησιμοποιούνται ως μονάδες μέτρησης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. H λογική αυτή οδηγεί στην εφαρμογή μοντέλων αξιολόγησης και ελέγχου με «πιστοποιητικά ποιότητας» σύμφωνα με τα πρότυπα της βιομηχανίας και του εμπορίου. Χαρακτηριστική είναι η χρήση του διεθνούς εμποροβιομηχανικού προτύπου ISO 9000 ως πιστοποιητικού ποιότητας για την ικανοποίηση των μαθητών και των γονέων που αντιμετωπίζονται σαν «καταναλωτές», «πελάτες».