Δημοσιεύθηκε στην Απόψεις

«Δούρειος ίππος» στα μορφωτικά και επαγγελματικά δικαιώματα


του Χρήστου Κάτσικα

Μετά και την τυπική θεσμοθέτηση των Κέντρων Διά Βίου Εκπαίδευσης σε κάθε Πανεπιστήμιο (δομή που ήδη λειτουργούσε εδώ και χρόνια σε πολλά Πανεπιστήμια), υποβλήθηκε έκθεση από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) προς το υπουργείο Παιδείας για την απόκτηση «πιστοποιητικού παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας» (ΠΠΔΕ) απ’ όλους τους αποφοίτους που θέλουν να εργαστούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Η εισήγηση του ΙΕΠ αφορά πρώτα και κύρια χιλιάδες αναπληρωτές και στις δύο βαθμίδες που εργάζονται πολλά χρόνια στην εκπαίδευση, μια και σχεδόν οκτώ έτη υπάρχει μνημονιακή απαγόρευση διορισμών. Ουσιαστικά και τυπικά αμφισβητεί ανοιχτά το δικαίωμά τους να μπουν από δω και πέρα στους πίνακες προσλήψεων και στην ουσία τούς καλεί να σπουδάσουν ξανά, αφού θέτει υπό αξιολόγηση την παιδαγωγική και διδακτική τους επάρκεια καθώς και των χιλιάδων αδιορίστων σε Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και των χιλιάδων φοιτητών αυτών των σχολών.

Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι εκπαιδευτικοί Αννα Μπαχτή και Ντίνα Ρέππα, η πρόταση αυτή εμπεριέχει σαφή αμφισβήτηση της διδακτικής και παιδαγωγικής επάρκειας και των μονίμων, πρώτα και κύρια των ειδικοτήτων στα Δημοτικά Σχολεία και των καθηγητών στα Γυμνάσια, τα Λύκεια και τα ΕΠΑΛ και αμέσως μετά των δασκάλων και νηπιαγωγών γιατί θέτει νέα προσόντα, προσαρμοσμένα στις εκπαιδευτικές αλλαγές που προωθεί το ΥΠΠΕΘ κατά παραγγελία του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.: οι πολλαπλές αναθέσεις μαθημάτων ιδιαίτερα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, η εισαγωγή της έννοιας επιστημονική περιοχή, όπου εμπεριέχονται σε αυτήν πολλαπλές ειδικότητες εκπαιδευτικών (π.χ. Φυσικές Επιστήμες: Φυσική, Χημεία, Βιολογία, Γεωλογία) και στις οποίες ο εκπαιδευτικός οφείλει να πιστοποιήσει ότι έχει γνώση και εφάμιλλη ικανότητα διδασκαλίας, οι συγχωνεύσεις τμημάτων που προωθούνται, ανάμεσα σε αυτές με ιδιαίτερη σημασία τα Τμήματα Βρεφονηπιοκόμων των ΤΕΙ με τα Τμήματα Νηπιαγωγών των ΑΕΙ. Ενας μόνιμος μουσικός, με βάση την πρόταση του ΙΕΠ, πρέπει να μπορεί να διδάξει και Θέατρο, Εικαστικά, Ιστορία της Τέχνης και ταυτόχρονα να το πιστοποιεί.

Οι ανατροπές

1. Στον αέρα τα επαγγελματικά δικαιώματα και η αξία των πτυχίων ως προσόντος άσκησης του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού. Η απόκτηση της διδακτικής και παιδαγωγικής επάρκειας αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη ως εκπαιδευτικού στο δημόσιο σχολείο και στους ιδιωτικούς φορείς, καθώς και σε φορείς τυπικής και άτυπης εκπαίδευσης.

2. Επιβάλλει δίδακτρα και σε προπτυχιακούς φοιτητές ακόμη που θα παρακολουθούν το πρόγραμμα για την απόκτηση του πιστοποιητικού, παράλληλα με την ήδη επιβαλλόμενη καταβολή διδάκτρων σε αποφοίτους άλλων τμημάτων και σχολών.

3. Αυξάνει το εύρος των μαθημάτων που διδάσκει ένας εκπαιδευτικός. Γι’ αυτό βρίσκονται σε έναν τομέα Μαθηματικά και Πληροφορική και ο ίδιος εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει και να διδάσκει Αλγεβρα, Γεωμετρία αλλά και Νέες Τεχνολογίες, ενώ στον τομέα των Κοινωνικών Επιστημών ο εκπαιδευτικός καλείται να πιστοποιήσει ότι μπορεί να διδάξει Κοινωνικές και Πολιτικές Επιστήμες, Ιστορία, Οικονομικά, ΑΟΔΕ και Θρησκευτικά.

4. Επιβάλλει νέα αξιολόγηση και μετά την απόκτηση του πιστοποιητικού μετά τον πρώτο χρόνο διορισμού, τη λεγόμενη εισαγωγική επιμόρφωση.

5. Ανατροπές στα προγράμματα σπουδών των πανεπιστημιακών τμημάτων στα οποία παρεμβαίνει ανοιχτά, καταργώντας ουσιαστικά την ακαδημαϊκή αυτοτέλειά τους.

6. Δημιουργεί νέες παράλληλες δομές μέσα στα Πανεπιστήμια για τη χορήγηση του πιστοποιητικού.

Προαπαιτούμενο

Μια πρώτη παρατήρηση: Η πρόταση του ΙΕΠ είναι πλήρως εναρμονισμένη με τις προτάσεις σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, που περιέχονται στη μελέτη του ΙΟΒΕ (Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών των Ελλήνων Βιομηχάνων) και στην ενδιάμεση έκθεση του ΟΟΣΑ, κι αποτελεί μνημονιακό προαπαιτούμενο από το 2017 και μετά.

Η έκθεση έχει βασικό κορμό νόμους προηγούμενων κυβερνήσεων, συγκεκριμένα τον Ν. 3848/2010 και τον Ν. 4186/2013 που ψηφίστηκαν επί υπουργίας Διαμαντοπούλου και Αρβανιτόπουλου αντίστοιχα, βάσει των οποίων δικαίωμα για διορισμό στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έχουν απόφοιτοι που είναι κάτοχοι του πιστοποιητικού παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας (με ισχύ για τους εισαχθέντες το 2013-14).

Να σημειώσουμε ότι πριν από την ψήφιση των δύο αυτών νόμων, οι απόφοιτοι των λεγόμενων «καθηγητικών» σχολών με την απόκτηση του πτυχίου τους είχαν το δικαίωμα (ύστερα από εξετάσεις ή χωρίς) να διοριστούν στη Δευτεροβάθμια. Δηλαδή το πτυχίο ήταν συνδεδεμένο με το δικαίωμα εργασίας στη Δευτεροβάθμια, που σήμαινε ότι το πτυχίο κάλυπτε την παιδαγωγική επάρκεια.

Αυτό δεν ίσχυε για τους αποφοίτους μη «καθηγητικών» σχολών (π.χ. Kοινωνιολογίας, Oικονομικών Tμημάτων κ.ά.), γιατί για τον διορισμό τους στη Δευτεροβάθμια ήταν πάντα απαραίτητο το πιστοποιητικό παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας που χορηγούνταν από την ΑΣΠΑΙΤΕ έπειτα από φοίτηση ενός έτους και με καταβολή διδάκτρων.

Συνεπώς οι δύο νόμοι αφορούν ουσιαστικά τους αποφοίτους των «καθηγητικών» σχολών, με αποτέλεσμα το βασικό επαγγελματικό δικαίωμά τους, που στηρίζεται στην παιδαγωγική επάρκεια, να αποσυνδέεται από το πτυχίο και να χορηγείται ως πιστοποιητικό μέσα από δομές είτε πανεπιστημιακές είτε εξωπανεπιστημιακές (βλέπε ΑΣΠΑΙΤΕ) είτε με την απόκτηση μεταπτυχιακού διπλώματος στον χώρο της εκπαίδευσης.

Επιπλέον, σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους, οι τότε κυβερνήσεις ανέθεσαν στο υπουργείο Παιδείας την ευθύνη έγκρισης των πανεπιστημιακών προγραμμάτων που παρέχουν την παιδαγωγική επάρκεια, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του ΙΕΠ, με συνεχή αξιολόγηση ανά 4 χρόνια (με την πρώτη αξιολόγηση τον πρώτο χρόνο!).

Σε πολλές σχολές, όπως στη Φιλοσοφική του ΕΚΠΑ, αναμορφώθηκαν όλα τα προγράμματα σπουδών (με ΦΕΚ του 2014), έτσι ώστε, εφόσον παρακολουθεί κανείς συγκεκριμένα μαθήματα, να λαμβάνει το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας. Με βάση αυτό, το εκάστοτε υπουργείο, δηλαδή η εκάστοτε κυβέρνηση, παρεμβαίνει ανοιχτά πλέον στα προγράμματα σπουδών τμημάτων/Πανεπιστημίων, καταργώντας ουσιαστικά την ακαδημαϊκή αυτοτέλειά τους.

Και όποιος αντέξει

Σύμφωνα με τους πανεπιστημιακούς δασκάλους του «Δικτύου για το Πανεπιστημιακό Κίνημα», το υπουργείο Παιδείας πατάει πάνω στην υπαρκτή ανάγκη για απόκτηση παιδαγωγικής και διδακτικής παιδείας απ’ όλους όσοι θέλουν να εργαστούν στην εκπαίδευση, για να προωθήσει, τελικά, περαιτέρω νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις, οι οποίες συνδέονται άμεσα με το «όραμα» της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ για το δημόσιο σχολείο: επιβολή ελαστικών σχέσεων εργασίας, σταδιακό πάγωμα διορισμών, συνεχής επιμόρφωση, κατάρτιση, επανακατάρτιση με δίδακτρα, συνεχής αξιολόγηση τιμωρητικού χαρακτήρα και κατάργηση του εκπαιδευτικού που διδάσκει το αντικείμενό του (ειδικά το τελευταίο αναφέρεται ρητά και στο πόρισμα της «επιτροπής Λιάκου»).

Επιπλέον, ακολουθώντας τις οδηγίες του ΟΟΣΑ αλλά και της Ε.Ε., η συνεχώς αυξανόμενη μείωση της χρηματοδότησης της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οδηγεί στην επιβολή διδάκτρων για τη λειτουργία όλων αυτών των προγραμμάτων μέσα στις δομές του Πανεπιστημίου. Με αποτέλεσμα, αντί τα Πανεπιστήμια να χρηματοδοτούνται από την πολιτεία, να χρηματοδοτούνται τελικά από τους ελαστικά εργαζομένους, τους φοιτητές και τους ανέργους! Στο πλαίσιο αυτό τεράστια είναι η ευθύνη και των ίδιων των μελών ΔΕΠ που εμπλέκονται στη διαδικασία εμπορευματοποίησης του Πανεπιστημίου.

Γιατί, όμως, τόση σπουδή για τη θεσμοθέτηση του πιστοποιητικού διδακτικής και παιδαγωγικής επάρκειας, σε μια εποχή όπου εφαρμόζεται σκληρός «κόφτης» στους μόνιμους διορισμούς; Οπως επισημαίνει ο πανεπιστημιακός Γιώργος Μαυρογιώργος, «ανοίγει μια φάμπρικα μαζικών και εντατικών προγραμμάτων «παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας», όπου θα βάζουμε τους υποψηφίους να διαγκωνίζονται για μια θέση-»πουκάμισο αδειανό» χωρίς αντίκρισμα στην εργασία τους. Εδώ απαγορεύεται να έχει το ελληνικό σχολείο διορισμένους δασκάλους και λειτουργεί με «νομάδες» που περιφέρονται στα αφιλόξενα νησιά. Εδώ η αβεβαιότητα που βιώνουν οι αναπληρωτές καταργεί την ουσία της «παιδαγωγικής σχέσης», της δέσμευσης της επόμενης ημέρας ή της επόμενης χρονιάς!».

Απέναντι σ’ αυτή τη λογική και πρακτική ιδιωτικοποίησης-εμπορευματοποίησης-οικονομικού κανιβαλισμού, υπάρχει πρόταση για το πρόβλημα της παιδαγωγικής επάρκειας: Η αναγκαία παιδαγωγική και διδακτική παιδεία που πρέπει να έχουν οι απόφοιτοι «καθηγητικών» σχολών που θα εργαστούν στην Εκπαίδευση να παρέχεται στις προπτυχιακές σπουδές.

Ηδη έχουν γίνει βήματα τα τελευταία χρόνια με την προσθήκη παιδαγωγικών μαθημάτων. Θα μπορούσαν να έχουν γίνει πολύ περισσότερα εάν δεν υπήρχαν οι μνημονιακές περικοπές σε προκηρύξεις θέσεων. Συνεπώς το πρόβλημα της ελλιπούς παιδαγωγικής παιδείας θα μπορούσε να λυθεί με άλλους τρόπους, ώστε να μην καταργούνται βασικά επαγγελματικά δικαιώματα. Οι δε απόφοιτοι «μη καθηγητικών» σχολών που θέλουν να διοριστούν στην εκπαίδευση θα μπορούσαν να έχουν τη δυνατότητα επιλογής των αναγκαίων παιδαγωγικών μαθημάτων από τα παιδαγωγικά τμήματα.

Η πρόταση αυτή εξασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχει «φιλτράρισμα» και απόρριψη φοιτητών, αλλά όλοι οι φοιτητές των «καθηγητικών» σχολών και όσοι φοιτητές ενδιαφέρονται από τις άλλες σχολές θα μπορούν να έχουν την αναγκαία παιδαγωγική και διδακτική παιδεία. Και αυτό ανεξάρτητα από το θέμα των διδάκτρων.