Δημοσιεύθηκε στην Απόψεις

Νέο Λύκειο – Νέο Ωρολόγιο Πρόγραμμα: Λιγότερη γνώση, λιγότεροι μαθητές, λιγότεροι καθηγητές


του Χρήστου Κάτσικα

Μια αγνώριστη Β΄ Λυκείου προβλέπει για την επόμενη σχολική χρονιά (2018-19) το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, στο πλαίσιο του νέου Λυκείου.

Περιλαμβάνει επτά υποχρεωτικά μαθήματα, τα οποία θα καταλαμβάνουν τις 22 από τις συνολικά 34 ώρες του εβδομαδιαίου προγράμματος της Β΄ Λυκείου.

Οι υπόλοιπες 12 ώρες θα κατανέμονται σε τρία τετράωρα μαθήματα τα οποία θα επιλέγει ο μαθητής από μία ομάδα 10 μαθημάτων.

Δηλαδή, ουσιαστικά προτείνεται από τη Β΄ Λυκείου να καταργηθούν από υποχρεωτικά μαθήματα τα Αρχαία, η Ιστορία, τα Μαθηματικά, η Φυσική, η Χημεία, η Βιολογία, η Φιλοσοφία, η Ξένη Γλώσσα, η Πληροφορική και να μείνουν ως υποχρεωτικά, ανάμεσα σε άλλα, τα Θρησκευτικά, οι λεγόμενες δημιουργικές δραστηριότητες και το παράξενο «Ο Σύγχρονος Κόσμος», προφανώς για να τα διδάσκουν όποιοι λάχει.

Και επειδή περισσεύουν και καθηγητές Φυσικής Αγωγής, μπαίνει και η Γυμναστική.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του ΥΠΠΕΘ, η Γ΄ Λυκείου βαφτίζεται πλέον και επισήμως «τάξη προπαρασκευαστική είτε για τα ΑΕΙ είτε για την επαγγελματική ζωή μετά το Λύκειο», ενώ η Α΄ και η Β΄ Λυκείου συνεχίζουν να χαρακτηρίζονται «τάξεις γενικής παιδείας», με τη Β΄ Λυκείου να έχει περισσότερα μαθήματα επιλογής.

Συνολικά, πάντως, προβλέπεται δραστική μείωση των μαθημάτων σε όλο το Λύκειο, που προφανώς διευκολύνει και την αντίστοιχη μείωση προσωπικού.

Ετσι, στη Β΄ Λυκείου υπάρχουν σήμερα 18 μαθήματα (16 υποχρεωτικά και 2 προσανατολισμού σε 35 ώρες διδασκαλίας) και στο προτεινόμενο σύστημα θα γίνουν 10 συνολικά (7 υποχρεωτικά και 3 επιλογής σε 34 ώρες διδασκαλίας).

Στην Γ΄ Λυκείου από τα 15 μαθήματα που υπάρχουν σήμερα (9 υποχρεωτικά, 5 προσανατολισμού και 1 επιλογής σε 32 ώρες), στο νέο σύστημα θα υπάρχουν 7 μαθήματα (3 υποχρεωτικά και 4 επιλογής σε 29 ώρες), που θα διδάσκονται το καθένα για έξι ώρες τη βδομάδα.

Η δραστική μείωση των μαθημάτων στο Λύκειο και η συνεπακόλουθη μείωση των ειδικοτήτων των εκπαιδευτικών θα γίνουν μέσα από περικοπή αντικειμένων από τα υποχρεωτικά μαθήματα, το πέρασμα στα μαθήματα επιλογής ή και τη συγχώνευσή τους.

Ετσι, για παράδειγμα, Χημεία και Βιολογία γίνονται ένα μάθημα! Είναι η λογική των δεξιοτήτων που ζητά η αγορά αντί των γνωστικών αντικειμένων (οι οκτώ δεξιότητες κατά Ε.Ε. και ΟΟΣΑ).

Γι’ αυτούς δεν χρειάζεται η διδασκαλία επιστημονικών αντικειμένων, αλλά η εξοικείωση με κάποια πορίσματά τους και μερικές κοινωνικές δεξιότητες. Μιλάμε για μορφωτική λοβοτομή!

Παράλληλα, η μείωση και η επιλογή των μαθημάτων οδηγούν αναπόδραστα σε αναγκαστικές μετεγγραφές μαθητών (σε πρώτη φάση), γιατί είναι αδύνατον ένα σχολείο να μπορέσει να δημιουργήσει τμήματα με όλες τις πιθανές επιλογές, και (σε δεύτερη φάση) θα υποβοηθήσουν τις συγχωνεύσεις και καταργήσεις Λυκείων, όπου όλα θα λειτουργούν με την κανονικότητα (!) του ΟΟΣΑ –σύμφωνα με τον οποίο δεν πρέπει να υπάρχουν σχολεία με λιγότερους από 250 μαθητές.
Πανελλαδικές εξετάσεις

Ουσιαστικά η Γ΄ Λυκείου μετατρέπεται σε μια εξεταστική αρένα, επηρεάζοντας βεβαίως και τις υπόλοιπες τάξεις του Λυκείου.

Μια Γ΄ τάξη εξοντωτική, με πολλαπλές εξεταστικές διαδικασίες που όλες θα μετρούν για την εισαγωγή σε κάποια σχολή.

Είναι φανερό, επίσης, ότι το υπουργείο Παιδείας προχωράει σε μια εκτίναξη της φροντιστηριοποίησης (το «Αγιο Δισκοπότηρο» των φροντιστηρίων είναι οι εξετάσεις).

Η κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια αλλαγή ονόματος. Από τις πανελλαδικές εξετάσεις περνάμε στις «κεντρικά οργανωμένες εξετάσεις».

Ενώ μιλάει για την πρόσβαση σημειώνοντας ότι «κεντρικά οργανωμένες εξεταστικές διαδικασίες θα πραγματοποιούνται δύο φορές τον χρόνο, τέλος Ιανουαρίου (διαγωνίσματα τετραμήνου) και τον Ιούνιο», την ίδια ώρα υποστηρίζει ότι «η θέσπιση του διαγωνίσματος 1ου τετραμήνου (Ιανουάριος), που είναι κοινό για όλους τους υποψηφίους, έχει βασικό στόχο να αποδραματοποιήσει τις τελικές εξετάσεις του Ιουνίου, να μειώσει το άγχος που προκαλεί η ιδέα ότι τα πάντα κρίνονται σε μια τρίωρη εξέταση».

Και κάνοντας ασκήσεις στον παραπλανητικό λόγο επισημαίνει ότι «η απόδοση του Ιανουαρίου θα συνυπολογίζεται στον τελικό βαθμό μόνον αν βελτιώνει τον βαθμό του Ιουνίου, άρα είναι μία εξέταση που θα λειτουργεί ευνοϊκά για τους μαθητές. Δίνει, δηλαδή, μια ευκαιρία για τη βελτίωση του βαθμού του Ιουνίου».

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν που παρουσιάζει το υπουργείο Παιδείας, καθώς ακριβώς στη συνέχεια σημειώνει ότι «ο βαθμός πρόσβασης προκύπτει από κεντρικά οργανωμένες εξετάσεις και από τον βαθμό του απολυτηρίου», στον οποίο θα μετράνε τα διαγωνίσματα του Γενάρη, τα οποία ουσιαστικά θα έχουν χαρακτήρα πανελλαδικών εξετάσεων.

Μάλιστα, σημειώνεται ότι «την πρώτη χρονιά εφαρμογής η συμμετοχή του απολυτηρίου στον βαθμό πρόσβασης θα είναι περιορισμένη (μέγιστο 20%) και σταδιακά θα αυξάνεται, καθώς θα εμπεδώνεται η εμπιστοσύνη στην ενδοσχολική αξιολόγηση».

Συγκεκριμένα ο βαθμός του απολυτηρίου θα προκύπτει:

«α. Σε ένα ποσοστό από τους βαθμούς των 2 τετραμήνων.
Οι βαθμοί των τετραμήνων λαμβάνουν υπόψη τη συνολική συμμετοχή στην τάξη, καθώς και
1. το διαγώνισμα 1ου τετραμήνου, το οποίο διεξάγεται σε όλα τα σχολεία συγκεκριμένη μέρα για κάθε μάθημα, με θέματα που καταθέτουν σε ειδική πλατφόρμα τα χαράματα της ίδιας μέρας επιτροπές έμπειρων εκπαιδευτικών από όλες τις περιφέρειες και με αυτόματη διόρθωση των απαντήσεων (ηλεκτρονικό σύστημα),
2. μια εκτενή εργασία που πραγματοποιείται για κάθε μάθημα εντός του σχολείου υπό την καθοδήγηση και την επίβλεψη του/της εκπαιδευτικού του μαθήματος, η οποία κατατίθεται σε ειδική πλατφόρμα όπου ελέγχεται για την περίπτωση αντιγραφής και βαθμολογείται ανώνυμα από αξιολογητές ειδικού μητρώου.
β. Σε ένα ποσοστό από τους βαθμούς κεντρικά οργανωμένων εξετάσεων στις οποίες τα γραπτά διορθώνονται ανώνυμα».

Επιπλέον, σημειώνεται ότι «οι κεντρικά οργανωμένες εξετάσεις του Ιουνίου αφορούν τέσσερα (4) μαθήματα. Πλην της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας, που είναι μάθημα κοινό για όλους, τα υπόλοιπα τρία είναι μαθήματα εμβάθυνσης που επιλέγει κάθε μαθητής/τρια».

Ουσιαστικά, δηλαδή, τόσο για τον βαθμό του απολυτηρίου όσο και για την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση θα υπάρχουν δύο πανελλαδικού τύπου εξεταστικές διαδικασίες, καθώς και γραπτή εργασία σε κάθε μάθημα, που θα απλώνονται σε όλη τη χρονιά, ακυρώνοντας την όποια μορφωτική διαδικασία εξακολουθούσε να παραμένει στην Γ΄ Λυκείου.

Αν μέχρι σήμερα η Γ΄ Λυκείου ήταν εξεταστικοκεντρική και προσανατολισμένη στις πανελλαδικές εξετάσεις στο τετράγωνο, τώρα γίνεται στον κύβο.

Ετσι, όχι μόνο δεν θα έχουμε «αναβάθμιση και ενίσχυση του μορφωτικού ρόλου του Λυκείου», όπως διακηρύσσει το υπουργείο, αλλά ακριβώς το αντίθετο: «κατασκευάζει» ένα πιο σκληρό, ταξικό Λύκειο-φροντιστήριο, φτηνό και χωρίς ανάσα για τους τρόφιμούς του, αποκλειστικά προσανατολισμένο στη διαδικασία της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση!

Ο φόρτος και η πίεση των συνεχών εξετάσεων ειδικά στην Γ΄ Λυκείου και το κόστος προετοιμασίας που θα επιφέρουν θα είναι ένας βασικός αποθαρρυντικός παράγοντας για πολλούς μαθητές να φοιτήσουν στο Γενικό Λύκειο. Είναι η δεύτερη προσπάθεια, μετά τη μεταρρύθμιση Αρσένη το 1997, για την απόλυτη συρρίκνωση του Γενικού Λυκείου.

Είναι φανερό ότι το προσχέδιο υπακούει και εξυπηρετεί το στένεμα των διόδων στο Λύκειο και την ώθηση της πλειονότητας των τελειοφοίτων των Γυμνασίων σε ένα είδος επαγγελματικής εκπαίδευσης-κατάρτισης με εισβολή του ιδιωτικού και διεύρυνση της μαθητείας-απλήρωτης εργασίας.